Προσθέστε το fox365 στον ΙΕ7 για ασφαλή αναζήτηση - Κατεβάστε τη fox Toolbar Fox.gr - Imagine Everything.. Your Portal in Greece..
 Fox.gr - Imagine Everything.. Your Portal in Greece..

Τηλ.+30.211.212.5026 

 

  Home  |   Συνταγές  |   Ακίνητα  |   Autos/Boats  |   Travel  |   FoxRadio  |   Video  |   Web Tv  |   Radios  |   Internet  |   Ειδήσεις  |   Ψυχαγωγία  |  Blogs  |   Ελλάδα  

Θυμηθείτε:

Κάντε μας αρχική σελίδα

Προσθήκη στ'αγαπημένα

Στείλτε αυτή τη σελίδα

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
|A - Blogs|

All A - Blogs | arxediamedia | Asteris | anemos | anadasosi | 3magoi | 22fonoi | adshome | alexandra | alexalaf | amonibooks | ametanohtodance | alopix | anotherjuliette | anoixichess | avato | aspri-agapi | acmy | acaliptos | athomas | aekfc | alepouda | aktinografia | akapsalis | alladalla | ango-antarsia | akoinonia | Anemos5 | aratepylas | Athenscarblog | aeisixtir | antinds | antigrafeas | archery-blog | anything-but-nd | anwnymon | arloumbes | aristhessaloniki | architektones | atheneronline | ashtonhar | asheets | avanifish

  • XΡΗΣΤΟΥΜΕΝΝΑ (Θεατρικό σε πέντε πράξεις) - πραξη Α + Β
    ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

    ΣΚΗΝΙΚΟ: Μαύρο φόντο στο βάθος της σκηνής αναβοσβήνουν φωτιές και συχνά καπνοί πλημμυρίζουν την σκηνή. Στο κέντρο της σκηνής ένα τεράστιο δέντρο του οποίου η κορυφή χάνεται πάνω από το οπτικό πεδίο. Οι θεατές μπορούν να δουν τον τεράστιο κορμό και κάμποσα παράξενα λιπόσαρκα πλάσματα γύρω από το δέντρο, σκαρφαλωμένα το ένα πάνω στο άλλο να προσπαθούν απεγνωσμένα να πελεκήσουν τον τεράστιο κορμό με λογιώ λογιώ εργαλεία: άλλος με τσεκούρι, άλλος με μαχαίρι, άλλος με σφυρί, άλλος με δρεπάνι, άλλος με τα γυμνά του χέρια! Παρά τα παράξενα εργαλεία που χρησιμοποιούν τα γκροτέσκα πλάσματα, ο κορμός του, ασύλληπτου σε μέγεθος, δέντρου έχει υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές. Καίτοι οι επίδοξοι ξυλοκόποι δεν συστηματοποιούν την εργασία τους με αποτέλεσμα ο κορμός να έχει υποστεί θεαματικές ζημιές σε διάφορα ύψη, μία από τις εργασίες τους φαίνεται να έχει αποδώσει τα μάλα και οι θεατές σχηματίζουν την εντύπωση ότι από ώρα σε ώρα το δέντρο θα καταρρεύσει. Σε αυτό συνεπικουρούν και οι χαρακτηριστικοί ήχου, τα τριξίματα του ετοιμόρροπου δέντρου! Πίσω από τον πελώριο κορμό και στα δεξιά της σκηνής οι θεατές μπορούν να αναγνωρίσουν μία σιδερένια πόρτα ανελκυστήρα πάνω από την οποία αναγράφεται ΑΝΩ ΚΟΣΜΟΣ ενώ ένα τόξο δείχνει προς τα πάνω συμπληρώνοντας σημειολογικά την εικόνα.
    Ο ιδρώτας στάζει από το πρόσωπο του μαυριδερού πλάσματος που πελεκά με μανία τον τεράστιο κορμό με ένα τσεκούρι. Είναι ντυμένο με κοντό παντελόνι και ένα ξεσκισμένο φανελάκι. Τα αφτιά του είναι τεράστια και τα μάτια του γαλανά και σε μεγάλη απόσταση το ένα από το άλλο. Το πλάσμα είναι σκαρφαλωμένο σε ένα παρόμοιο πλάσμα μικρότερων διαστάσεων πάνω στους ώμους του οποίου, εκτός από τον σύντροφο του, στηρίζεται και ένα δυσαρμονικά μεγάλο κεφάλι. Ο καπνός από τις πυρές της κολάσεως κάνει τα πλάσματα να δακρύζουν.

    Το πλάσμα με τα μεγάλα αφτιά κλείνει τα μάτια, τα σφουγγίζει με το χέρι που βαστά το τσεκούρι και κοιτάει κάτω. «Γαμώ την αγανάκτησή μου!» λέει απευθυνόμενο στο κενό και συνεχίζει να πελεκάει με μανία τον τεράστιο κορμό. Στην προσπάθεια του να σταθεροποιηθεί πατάει άτσαλα την κεφάλα του συντρόφου του.
    Αυτός εκνευρίζεται δικαιολογημένα. « Μπορείς να πατήσεις λίγο Κάτω Κόσμο; …. (κοιτάει πάνω σκεπάζοντας τα μάτια του με το χέρι) Και μπορείς να μην κάνεις γρέζια? Μου μπαίνουν στα μάτια!»
    Ο ΑΥΤΑΔΕΝ ΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ με πρόσωπο κόκκινο από εκνευρισμό και κόπωση κοπανάει με την αμβλεία μεριά του τσεκουριού τον ΚΕΦΑΛΑ
    «ΩΧ!!! Τι κάνεις ρε πανηλίθιε;» διαμαρτύρεται ο ΚΕΦΑΛΑΣ.
    «Πανηλίθιος είσαι και φαίνεσαι!»
    «Έτσι ε; Είμαι ηλίθιος; Ε, γκρεμοτσακίσου λοιπόν να δεις ποιος είναι ηλίθιος!» λέει ο ΚΕΦΑΛΑΣ και τραβιέται από κάτω του.
    Ο ΑΥΤΑΔΕΝ ΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ αιωρείται για λίγο, προσπαθώντας να γαντζωθεί από το δέντρο. Δεν τα καταφέρνει. Ενστικτωδώς γραπώνει τον διπλανό πελεκητή κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του. Αυτός με τη σειρά του προσπαθεί να στηριχτεί στον επόμενο και εντός ολίγου το συνολικό σύμπλεγμα άνω και κάτω πελεκητών γίνεται ένα τουρλουμπούκι στο έδαφος μέσα σε ακατονόμαστες βρισιές και κατάρες που εξαπολύουν τα λιπόσαρκα, μαυριδερά πλάσματα προς κάθε κατεύθυνση.
    «Φτου σας ρε!»
    «Γαμώτο»
    «Τα παΐδια μου άθλιοι!»
    «Τι κάνετε ρε ούφα;» φωνάζει ένας καλικάτζαρος από τον σωρό.
    «Ποιον είπες μούφα ρε βλαμμένε;» αναρωτιέται ένας άλλος.
    «Ποιον είπες βλαμμένο ρε;» είπε ένας ψηλός καλικάτζαρος που τον φώναζαν ΑΕΙΣΤΟΓΕΡΟΔΙΑΟΛΟ και σηκώθηκε έτοιμος για καβγά.
    «Τι είναι η μούφα» απόρησε ένας τέταρτος καλικάτζαρος
    «ΑειΣτοΓεροΔιάολο!»
    «Με φώναξες ρε για με έβρισες;»
    «Σε έβρισα ρε!»
    «Καλά το κατάλαβα!»
    «Ναι ρε, ποιον είπες βλαμμένο;» είπε ένας άλλος.
    «Εσένα ρε!» είπε ένας τρίτος από τον σωρό
    «Εμένα ρε; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;»
    «Ποιος είσαι ρε;»
    «Αυτός που θα σε πλακώσει ρε!»
    «Σοβαρά; Για τόλμα»
    «Κάτσε να σηκωθώ ρε και θα δεις…»
    «Για σήκω…»
    Οι δύο καλικάτζαροι πέφτουν ο ένας στο άλλο κυλιούνται στο πάτωμα, ο ένας προσπαθεί να πιάσει κεφαλοκλείδωμα τον άλλο. Ο ΑΕΙΣΤΟ ΓΕΡΟΔΙΑΟΛΟ τα καταφέρνει.
    «Ρε χαμένε. Κεφαλοκλείδωμα, δεν είναι δίκιο ρε»
    «Παραδίνεσαι ρε;»
    «Όχι ρε, δεν παραδίνομαι»
    «Άστον ρε βλαμμένε! Μιας τσεκουριάς δουλειά απόμεινε. Μόνος μου το έριξα το δέντρο!» είπε ο ΑΥΤΑΔΕΝ ΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ και έδειξε το ετοιμόρροπο δέντρο στους συντρόφους του που πλακώνονται.
    «Είδες! Εσένα είπε βλαμμένο!»
    «Εμένα ρε είπες βλαμμένο;» είπε ο ψηλός καλικάτζαρος που τον φώναζαν ΑΕΙΣΤΟΓΕΡΟΔΙΑΟΛΟ και παράτησε το κεφαλοκλείδωμα. Σηκώθηκε. «Θα σε σκοτώσω ρε!» είπε στον ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΑΦΤΙΑ
    «Θα μου κλάσεις δύο μάντρες ρε μπουμπούνα!»
    «Θα δώσω ρε τα αφτιά σου να τυλάνε σουβλάκια»
    «Λίγα με τα αφτιά μου»
    «Γιατί ρε, τι θα κάνεις;»
    «Γιατί έχω καιρό να βατέψω…»
    «Μπα;»
    «Μπου!»
    «Άσφαιρα ρε;»
    «Για πρόκαμε και θα ιδείς!»
    «Άντε ρε μαμούχαλε»
    Τι λες ρε Κοσκινοφουσκίτσα»
    «Σκατά στο κεφάλι σου ρε»
    «Σκατά στα κοντοβράκια σου ρε»
    «Άντε ρε… Άνθρωπε» προσέβαλε τον ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ ο ΑΕΙΣΤΟΓΕΡΟΔΙΑΟΛΟ
    «Τι είπες ρε; Εμένα είπες άνθρωπε; Για ξαναπέστο…»
    «Ναι ρε, εσένα είπα. Άνθρωπε άνθρωπε άνθρωπε!»
    «Ποιον είπε άνθρωπο ο ξευτίλας;» πετάχτηκε ο ΚΕΦΑΛΑΣ που παρακολουθούσε την λεκτική διαμάχη έτοιμος να πάρει το μέρος του ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ.
    «Γαμώ τα αφτιά σου τα πέτσινα τα καλοκαιρινά!» είπε ο ΑΕΙΣΤΟΓΕΡΟΔΙΑΟΛΟ
    «Τι είπες ρε για τα αφτιά μου;»
    Μέσα σε βρισιές και κατάρες οι καλικάτζαροι έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο χωρίς να έχουν απόλυτη συνείδηση ποιον καταχερίζουν αν αυτός με τον οποίο πλακώνονται είναι αυτός με το οποίο είχαν διαφωνήσει ή ένας τρίτος καλικάτζαρος. Στην κλοτσοπατινάδα μπαίνουν όλοι ακόμα και αυτοί που δεν είχαν διαφωνήσει ή παρεξηγηθεί με κανένα.
    «Θα σε σκοτώσω ρε!»
    «Θα σου φάω την σπλήνα ρε!»
    «Θα σου αφαιρέσω την σκουληκωειδή απόφυση ρε!»
    «Θα σε βγάλω σε σύνταξη με κυβέρνηση Γιωργάκη Παπανδρέου ρε!»
    «Θα σου βγάλω το μάτι ρε!»
    «Αντίπιστε!»
    «Τι είναι Αντίπιστε;»
    «ΑειΣτοΓέροΔιάολο»
    «Με φώναξες ρε για με έβρισες;»
    «Σε έβρισα ρε!»
    Και ενώ οι διόλου βαθυστόχαστοι διάλογοι διαμείβονται μεταξύ των καλικατζάρων ακούγεται μια φωνή από τα παρασκήνια. «ΑΚΟΥΣΑΤΕ ΑΚΟΥΣΑΤΕ». Οι καλικάτζαροι δεν δίνουν σημασία «ΑΚΟΥΣΑΤΕ ΑΚΟΥΣΑΤΕ» επαναλαμβάνει πλησιάζοντας η φωνή.
    Ο ντελάλης, ένας μετρίου αναστήματος μεσήλικας με μουστάκι και κοιλιά μπαίνει στην σκηνή και αφού ρίχνει μια αδιάφορη ως περιφρονητική ματιά στους καλικάτζαρους και κοιτάει με ανησυχαστικό βλέμμα το τσεκουρεμένο δέντρο συνεχίζει «Ακούσατε, Ακούσατε»
    Οι καλικάτζαροι σταματάνε τον καβγά τους αλλά δεν μπαίνουν στον κόπο να σηκωθούν.
    «Ακούσαμε ρε, που να σου πάρει ο διάολος τον πατέρα, αλλά τι;» ρωτάει ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ
    «Ναι ρε, τι;» συνδράμει ο ΑΕΙΣΤΟΓΕΡΟΔΙΑΟΛΟ που βρίσκεται από κάτω του.
    «ΑΚΟΥΣΑΤΕ ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ΣΗΜΕΡΟΝ ΤΗΝ 25Η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΕΓΕΝΝΗΘΗ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΕΓΩ! ΑΚΟΥΣΑΤΕ ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΕΓΕΝΝΗΘΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΒΡΕΦΟΣ! ΑΚΟΥΣΑΤΕ ΑΚΟΥΣΑΤΕ….»
    «Μα ξεκούφανες! Μπάσταρδε!» είπε ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ
    «ΑΚΟΥΣΑΤΕ ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ΣΗΜΕΡΟΝ ΤΗΝ 25Η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΕΓΕΝΝΗΘΗ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΕΓΩ! ΑΚΟΥΣΑΤΕ ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΕΓΕΝΝΗΘΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΒΡΕΦΟΣ! ΑΚΟΥΣΑΤΕ ΑΚΟΥΣΑΤΕ….»

    Οι καλικάτζαροι σηκώνονται, καμώνονται πως ξεσκονίζονται και τόνοι σκόνες πετάγονται από τα ρούχα τους, ξεσκονίζουν ο ένας τον άλλο κάνουν τάχα πως δένουν τις γραβάτες και σιάχνουν την γραμμή του πανταλονιού τους, κάνουν τάχα πως κοιτιόνται σε αόρατους καθρέπτες.
    «Μια χαρά σε βρίσκω! Εγώ πως είμαι;»
    «Τέλειος!»
    «Σίγουρα;»
    «Βέβαια! Καλύτερα δεν γίνεται!»
    Ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙ ΑΦΤΙΑ κοιτάει τον ντελάλη που απομακρύνεται μαζί με τον ήχο της φωνής του και χάνεται από την άλλη μεριά της σκηνής
    Ο ΚΕΦΑΛΑΣ τον περιμένει ενώ οι καλικάτζαροι συνωστίζονται μπροστά στην πόρτα του ανελκυστήρα, στην δεξιά μεριά της σκηνής. Πάνω από τον ανελκυστήρα γράφει με μεγάλα γράμματα ΑΝΩ ΚΟΣΜΟΣ!
    Και ενώ οι καλικάτζαροι μπαίνουν ανά ομάδες στο μεγάλο μαλώνοντας ποιος θα πρωτομπεί στον ανελκυστήρα οι δύο φίλοι απομένουν μονάχοι στην σκηνή. Ο ΑΥΤΑΔΕΝ ΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ κοιτάει ακόμα προς την κατεύθυνση που εξαφανίστηκε ο ντελάλης
    «Πάμε και εμείς;» του λέει ο ΚΕΦΑΛΑΣ και τον πιάνει από τον ώμο.
    «Πού πάμε;»
    «Δεν άκουσες; Εγεννήθει ο Χριστός. Πάμε να δούμε»
    «Γιατί;»
    «Τι γιατί; Άκουσες; Δεν άκουσες;»
    «Άκουσα βρε μπούφο (και απευθυνόμενος στους θεατές) και κάτι μέσα μου με υποκινεί να πάω να δω! Αλλά γιατί;»
    «Επειδή!»
    «Α! Εντάξει! ‘Άμα είναι επειδή…. Να πάμε… Αλλά, για το όνομα του Βελζεβούλη», δείχνει το πετσοκομμένο δέντρο, «μια τσεκουριά απόμεινε! Κοίτα μωρέ, μια τσεκουριά και θα ‘ρθουνε τα απάνω ακάτω!»
    «Εγώ πάντως φεύγω» λέει ο ΚΕΦΑΛΑΣ αδιάφορος για τις αιτιάσεις του φίλου του. Κατευθύνεται προς τον ανελκυστήρα και πατάει κλήση. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει μέσα. Ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ αφού κοιτά λυπημένα για τελευταία φορά το δέντρο τρέχει ξωπίσω του.
    «Ομπρός, για τον άνω κόσμο» λέει ενθουσιασμένος ο ΚΕΦΑΛΑΣ και η πόρτα του ανελκυστήρα κλείνει.

    ΤΕΛΟΣ ΠΡΑΞΗΣ ΠΡΩΤΗΣ



    ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

    ΣΚΗΝΙΚΟ: Εξοχή, δέντρα θάμνοι ένα ρυάκι διασχίζει την σκηνή, πρόβατα και αγελάδες βόσκουν αμέριμνα ενώ στην αριστερή άκρη της σκηνής έξω από ένα μητάτο ένας χωριάτης μουστακαλής με ψαρά μαλλιά και ντυμένος με πατατούκα, χοντρά χειροποίητα παπούτσια και καβουράκι σουβλίζει ένα μικρό γουρουνόπουλο.
    Οι καλικάτζαροι ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ και ΚΕΦΑΛΑΣ λιπόσαρκοι, μαύροι και άραχλοι μπαίνουν από το δεξιό άκρο της σκηνής κάνοντας κωλοτούμπες, βαρώντας τα πόδια τους στον αγέρα, σπρώχνουν και πειράζουν ο ένας τον άλλο σαν χάρτινες φιγούρες που ο καραγκιοζοπαίχτης έχει χάσει τον έλεγχο.

    «Γιούπι» λέει ο κεφάλας
    «Ούρα»
    «Μούρα;»
    «Όχι Μούρα, ούρα»
    «Α!»
    «Κιούπι;»
    «Όχι κιούπι βρε, γιούπι!»
    «Α! Γιούπι. Ναι Γιούπιιιιι!» συναινεί ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ
    Ο ΚΕΦΑΛΑΣ σταματάει τα χοροπηδητά προτείνει την μύτη του σα λαγωνικό και την συστρέφει 180 μοίρες. «Ρε! Ωρε. Ρε συ. Κάτι μυρίζει εδώ. Κάτι μυρίζει θαυμαστά!»
    «Ώχου η μυτόγκα μου, το μυρίζω και εγώ βρε. Κάτσε να δεις, την θυμάμαι αυτή την μυρουδιά. Γουρουνόπουλο!»
    Πιάνονται αγκαλιά, χοροπηδούν και φωνάζουν ρυθμικά «Γου-Ρου-νόπουλο, Γου-ρου-νόπουλο!»
    Και πάλι «Γου-Ρου-νόπουλο, Γου-ρου-νόπουλο!»
    Ο χωριάτης στρέφεται προς το μέρος των ξωτικών, γουρλώνει τα μάτια του από την τρομάρα αλλά σύντομα ανακτά την ψυχραιμία του. Το χωριό απέχει περισσότερα από πέντε χιλιόμετρα από την στάνη, ακόμα και αν προσπαθούσε να διαφύγει δεν θα είχε καμία ελπίδα, γέρος άνθρωπος ενάντια δε δύο γοργοπόδαρους καλικατζάρους. Αποφασίζει να παραστήσει τον αδιάφορο, άλλωστε έχει κι εκείνος τα μυστικά του όπλα!
    Οι καλικάτζαροι τον πλησιάζουν χοροπηδώντας και πάντα φωνάζοντας ρυθμικά «Γου-Ρου-νόπουλο, Γου-ρου-νόπουλο!»
    «Ε, μάστορα» τον φωνάζει ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ μόλις σιμώνουν την φωθιά.
    Ο χωρικός δεν δίνει σημασία σα να μην άκουσε τίποτα και συνεχίζει να γυρίζει την σούβλα
    «Σε κουφάλογο πέσαμε!» λέει ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ στον ΚΕΦΑΛΑ
    Οι καλικάτζαροι στέκονται αλύγιστοι μπροστά στον χωρικό κάνοντας χειρονομίες μπροστά στο οπτικό του πεδίο. «ΜΑΣΤΟΡΑΑΑΑΑΑ!»
    Ο χωρικός συνεχίζει να παρασταίνει τον ζαβό «Ποιος είναι ετού; Ήκουσα κάτι!»
    Ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ μιμείται κοροϊδευτικά την προφορά του «Εδώ καλέ. Μπρουστά σου. Δεν μας ηκούς που σε ηκούμε; Δε μας θωρείς που σε θωρούμε;»
    Επιτέλους ο χωρικός σηκώνει τα μάτια του. «Μνησθητί μου Κύριε!», κάνει τον σταυρό του «Τι είστε εσείς; Διαβόλοι; Άμετε από κει που ρθατε! Μνήσθητί μου Κύριε!» επανέλαβε και συνέχισε να γυρίζει την σούβλα
    Η επίκληση του Κυρίου από τον χωρικό προκαλεί ρίγη στους καλικατζάρους που κλείνουν τα αφτιά τους.
    «Λες να αρχίσει τα πατερημά;» ρωτάει έντρομος ο ΚΕΦΑΛΑΣ
    «Ε; Κι άμα αρχίσει; Σου φαίνεται για τραγόπαπας;»
    «Πιο σιγά, θα μας ακούσει;»
    «Σιγά μη μας ακούσει το κουφάλογο!». Ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ κάνει τα χέρια του χωνί και φωνάζει στον χωρικό «Δεν είμαστε διαβόλοι στραβούλιακα! Δεν θωρείς;»
    Ο ΚΕΦΑΛΑΣ τον μιμείται «Ούτε τριβόλοι είμαστε, ζωντόβολο!»
    «Δεν είσαστε διαβόλοι το λοιπό… Και ίντα θέλετε τότενες;»
    «Να κόψουμε μια βουκίτσα γουρουνόπουλο μπάρμπα. Μια βουκίτσα» ψευτοπαρακαλάει ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ
    «Ναι, μια βουκίτσα Μπαρμπότσαλε! Μια βουκίτσα, να τόσο δα μικρούλα» λέει ο κεφάλας και δείχνει με τα χέρια ένα μέγεθος που ολοένα μεγαλώνει. «Σιχάθηκα τις Βαθράκοι!»
    «Σκάσε ρε!» τον επαναφέρει στην τάξη ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ
    «Μια βουκίτσα μπάρμπα!»
    «Μια βουκίτσα!»
    «Να με συμπαθάει η χάρη σας μα το γουρουνόπουλο είναι για την φαμελιά μου! Εννέα νοματαίοι. Θα σας έδωνα μα δε φτάνει» λέει ο χωρικός συνεχίζοντας να γυρίζει τη σούβλα.
    «Αυτή η μυρωδιά με έχει βαρέσει στη μύτη» λέει ο ΚΕΦΑΛΑΣ. «θα βουτήξω»
    «Δώσε μας λίγο γουρουνόπουλο μπάρμπα» παρακαλεί ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ και έπειτα αλλάζοντας απότομα ύφος «Μη σε κλωτσήσω στον κώλο»
    «Ε! Που να σας πάρει και να σας σηκώσει» αγριεύει ο χωρικός
    «Μας πήρε και μας σήκωσε βλαμμένε. Τούρλωσε τον κώλο σου να σε κλωτσήσομε. Τι κάθεσαι;», απευθυνόμενος στον ΚΕΦΑΛΑ, «Δώστου μια στον κώλο!»
    «Είναι καθιστός! Άμα δε μας δίνει να φάμε θα το μαγαρίσουμε. Θα βγάλω τώρα τη μαλαπέρδα μου και θα δεις μπαρμπότσαλε» λέει ο κεφάλας και κάνει να ξεκουμπώσει το κοντοβράκι του.
    «Όχι ρε μπουμπουνοκέφαλε!»
    «Ποιον είπες μπουμπουνοκέφαλε ρε;»
    «Εσένα βρε μπουμπούνα! Άμα το μαγαρίσεις, πώς θα φάμε το λαχταριστό γουρουνόπουλο;»
    «Αφού δε μας δίνει!»
    «Θα μας δώσει! Κλώτσα τον στο καλάμι!»
    «Κλώτσα τον εσύ»
    «Εσύ κλώτσα τον»
    «Γιατί εγώ;»
    «Και γιατί όχι;»
    «Και γιατί ναι;»
    Εντωμεταξύ, και ενώ διαμειβόταν ο διάλογος μεταξύ των καλικατζάρων ο άνθρωπος που είχε παντελώς αγνοηθεί σηκώθηκε και αντικρίζοντας πλέον στα ίσα τους καλικατζάρους που μαλώνανε είπε
    «Με συγχωρεί η αφεντιά σας κακομούτσουνοι κύριοι που δεν είστε διαβόλοι και τριβόλοι. Μπορώ να πηγαίνω εγώ;»
    «Τι είπε το μορμολύκειο;» απευθύνθηκε στον ΚΕΦΑΛΑ ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ
    «Σε είπε κακομούτσουνο!»
    «Όχι εμένα, εσένα είπε!»
    «Θα του φάγω τον κόκκυγα!»
    «Θα του χώσω την πατούσα μου στον κώλο!»
    «Θα του δαγκώσω τη γάμπα!»
    «Θα του κόψω το λαρύγγι!»
    «Συμπαθάτε με διαόλοι μα προτού με κακοποιήσετε σάμπως τα λέτε αναμεταξύ σας έχω κατιτίς για σας!» είπε ο χωρικός διακόπτοντας τις απειλές.
    «Βγάλε γρήγορα τα μανταλάκια», προέτρεψε τον ΚΕΦΑΛΑ ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΑΦΤΙΑ, «Πάλι σκόρδο! Πάλι σκόρδο…» παραπονέθηκε
    Οι δύο καλικάτζαροι έβγαλαν δύο μανταλάκια από τα παντελονάκια τους και τα εφάρμοσαν στην μύτη.
    «Άντε Κακοχυμένε, βγάλτα σκόρδα!» είπε ο ΚΕΦΑΛΑΣ
    «Δεν έχω σκόρδα καλέ» είπε ο γέροντας γελώντας.
    «Κι αμά! Τι έχεις μπάσταρδε, βρωμύλο;» ρώτησε άγρια ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΑΦΤΙΑ.
    «Ναι ρε, τι έχεις;» ρώτησε και ο ΚΕΦΑΛΑΣ
    «Να! Έχω τούτο δω για σένα», έβγαλε ένα μικρό κόσκινο από τον ντουρά του και το έδωσε στον ΚΕΦΑΛΑ, «και ετούτο εδώ για σένα!», ξετρύπωσε ένα μεγαλύτερο και το έδωσε στον ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΑΦΤΙΑ.
    «Όχι ρε πούστη! Πάλι κόσκινο!» σχολίασε απηυδισμένος ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΑΦΤΙΑ.
    «Ω! Ένα κόσκινο!!» θαύμασε ο ΚΕΦΑΛΑΣ και έπειτα κοίταξε με φθόνο το κόσκινο του συντρόφου του. «Θέλω το μεγάλο» είπε.
    «Αποκλείεται!»
    «Θέλω τα μεγάλο είπα!»
    «Αφού δε μετράς πάνω από το δύο βρε μαχλέπα!»
    «Γιατί εσύ μετράς; Θέλω το μεγάλο είπα! Το μεγάλο, το μεγάλο, το μεγάλο!»
    «Ε, πάρτο!» είπε ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΑΦΤΙΑ και του το φόρεσε καπέλο.
    «Γκρρ. Θα σε πλακώσω ρε!», έβγαλε το κόσκινο από το κεφάλι κοίταξε διαδοχικά το κόσκινο και τον ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΑΦΤΙΑ. Και άρχισε να μετράει τα δύο πρώτα τετραγωνάκια στην πάνω αριστερή γωνία δείχνοντάς τα με το δάκτυλο «Ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο….»
    «Είσαι ντιπ χαζός!», παρατήρησε ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΑΦΤΙΑ. «Πώς θα μετρήσει το κόσκινο άμα μετράς τα δύο πρώτα τετραγωνάκια συνέχεια;»
    «Σκάσε! Ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο…. Γιατί εσύ πώς θα το μετρήσεις;»
    «Να ρε βλάκα, κοίτα: ένα-δύο-τέσσερα-πέντε-έξι-επτά-οκτώ-εννιά-δέκα-ένδεκα-δώδεκα-δεκατέσσερα»
    «Σαν κάτι να ξεχνάς! Μετά το δυο και πριν το τέσσερα είναι κάτι»
    «Άντε ρε! Μήπως είναι το δυόμισι ή το τεσσαρόπαρα ή μήπως το άλλο… το άλλο ντε, άντε πες το να πας στο κακό το κατευόδιο»
    «Και πώς θα μετρήσεις σωστά δίχως το άλλο βρε μπακλαβοκάστανο;»
    «Ωχ! Τι είναι πάλι τούτο; Μπακλαβοκάστανο! Ανάθεμα κι αν το χω ξαναματακούσει!»
    Άξαφνα ο ΚΕΦΑΛΑΣ παρατηρεί ότι στο εντωμεταξύ ο γέρος χωρικός έχει πάρει διακριτικά το γουρουνόπουλο και έχει γίνει λαγός.
    «Βρε συ», λέει, «Πού είναι ο βλαμμένος;»
    «Ωχού! Μας την έκανε ο μπαγάσας!»
    «Βρε τον τραγότσαλο!»
    «Τον σαμιαμιδοβρωμυλοσκατουλογέρα!»
    «Τον σαρδαναπαλοσκατουλοτσελιγκομέρμυγκα!»
    «Ρε τον φουσκοσκουκηκομερμηγκότρυπα!»
    «Ρε τον… Άμα πια, αυτή τη δουλειά θα κάνουμε; Σκάσε και μέτρα!» απηύδησε ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ.
    «Ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο……»
    «ένα-δύο-τέσσερα-πέντε-έξι-επτά-οκτώ-εννιά-δέκα-ένδεκα-δώδεκα-δεκατέσσερα……»


    Τα φώτα της σκηνής σβήνουν και ξανανάβουν μετά από λίγο…..

    Οι δύο καλικάτζαροι μετρούν ακόμα.
    «Πώς τα βλέπεις τα πράγματα;» ρωτά ο ΑΥΤΑΔΕΝΕΙΝΑΙΑΦΤΙΑ τον ΚΕΦΑΛΑ
    «Ένα-δύο, ένα-δύο… Τετραγωνικά! Γιατί;»
    «Γιατί τελείωσα το μέτρημα!»
    «ΆστοΓέρο-Διάολο!»
    «Πούντος;»
    «Όχι σε έστειλα στον διάολο»
    «Α! Εντάξει. Σοβαρά τελείωσα. Πέντε χιλιάδες εκατόν δέκα έξι. Κουκιά μετρημένα.»
    «Άσε ρε. Κι αυτά που λείπουν;»
    «Α ρε μπουμπούνα. Κάθε δεκάδα βγάνω ένα, εμέτρησα πεντακόσιες δώδεκα δεκάδες, πέντε χιλιάδες εκατόν δέκα έξι μείον πεντακόσα δώδεκα ισούται με τέσσαρες χιλιάδες οκτακόσα τέσσερα τετραγωνάκια! Άρπα τη! Εσύ που είσαι;»
    «Στο δύο. Καλά πάω;» ρώτησε ο ΚΕΦΑΛΑΣ.
    «Μια χαρούλα. Τελειώνεις…. Τον παρεπόμενο αιώνα. Χέστα..» του πήρε το κόσκινο από τα χέρια.
    «Μα;» διαμαρτυρήθηκε ο ΚΕΦΑΛΑΣ.
    «Δεν έχει μα! Δεν βλέπεις ό,τι βλέπω;»
    «Πού πού πού;»
    «Να εκεί» του έδειξε προς το ποταμάκι. «Εκείδα, μια προβατίνα, χάρμα ιδέσθαι! Με βλεφαριάζει!»
    «Εκπάγλου καλλονής! Θα με συστήσεις στη φίλη της;»
    «Εγγυημένα πράγματα.»
    Οι δύο καλικάτζαροι κινούνται προς τις προβατίνες. Αυτές τρέχουν και συστρέφονται προσπαθώντας να τους αποφύγουν αλλά δεν την γλιτώνουν και οι δύο καλικάτζαροι τις καβαλάνε
    «Ντέι ντέι» κάνουν οι καλικάτζαροι και ταυτόχρονα με την καβαλαρία τσιμπούν και μερικά από τα τσιμπούρια σα να ήταν ξηροί καρποί
    «Μεεε» διαμαρτύρονται με τραγικές οιμωγές οι προβατίνες
    «Ντέι ντέι» αλαλάζουν οι καλικάτζαροι «Νόστιμα τσιμπούρια ε;»
    «Μα την αλήθεια!»
    «Μεεε» διαμαρτύρονται πιο ξεψυχισμένα οι προβατίνες ώσπου πέφτουν κατάχαμα.
    «Ψοφήσανε;» ρωτάει ο ΚΕΦΑΛΑΣ
    «Μπα. Κοιμηθήκανε από την φχαρίστησή τους. Δες πως μας κοιτούν οι αγελάδες. Ζηλέψανε. Πάμε να τις βατέψουμε;»
    «Βαριέμαι μωρέ!»
    «Έλα βρε μπουμπούνα, ψυχικό θα κάνεις. Ξέρεις τι είναι να σε βατεύουν βόδια;»
    «Μα δεν έχουν ωραίο τρίχωμα. Ούτε τσιμπούρια.»
    «Ναι αλλά μουγκανίζουν υπέροχα. Κοίτα αυτά τα υπέροχα αγελαδινά μάτια. Αμόλα!»

    ΤΕΛΟΣ Β ΠΡΑΞΗΣ

    Από την κλειστή αυλαία ακούμε τα μουγκανητά διαμαρτυρίας των αγελάδων ώσπου παύουν οριστικά και ο γδούπος του σώματος των τεράστιων ζώων συμπληρώνει την εικόνα.
  • ΣΑΛΜΑΝ ΡΟΥΣΝΤΙ - Η ΓΗΤΕΥΤΡΑ ΤΗΣ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑΣ (ΨΥΧΟΓΙΟΣ 2009)


    Έρχεται μια ημέρα στην μακρόχρονη συγγραφική σταδιοδρομία μεγάλων συγγραφέων που οι ιδέες στερεύουν, τα απομεινάρια τού μεγαλείου και στομφώδεις μεγαλοστομίες παίρνουν τη θέση αριστουργημάτων. Η γεροντική άνοια και η αγωνία να αποδείξουν την αειθαλία τους παίρνουν υποκαθιστούν τις φρέσκες ιδέες και εκείνο που απομένει είναι η τέχνη της γραφής, το περίγραμμα.
    Αυτή η ημέρα δεν έφτασε ακόμα για τον ΣΑΛΜΑΝ ΡΟΥΣΝΤΙ.

    Όντας μόλις 62 ετών, ηλικία κατάλληλη για την παραγωγή ιδεών, αναστάτωσε/διέκοψε τον Τόμας Μαν αναγνωστικό κύκλο μου με τον πιο ευχάριστο τρόπο, το μυθιστόρημα με τον Βλακώδη Τίτλο «Η Γητεύτρα της Φλωρεντίας»!
    Ας είναι, οι τεχνικές με τις οποίες ανεβαίνουν οι πωλήσεις στο γυναικείο αναγνωστικό κοινό που αποτελεί τον κορμό των αναγνωστών λογοτεχνίας είναι θεμιτές εφόσον το περιοχόμενο του εν λόγω μυθιστορήματος καταφέρνει να συμπλέξει με μεγάλη επιτυχία τον Νικολό Μακιαβέλι, την επικυριαρχία των Μεδίκων στην Φλωρεντία, την ανακάλυψη της Αμερικής, τον Μογγόλο αυτοκράτορα Ακμπάρ και πολλών άλλων ιστορικών και μη προσώπων και όλα τούτα ο Ρουσντί τα κατορθώνει γράφοντας μια ιστορία μέσα σε μια ιστορία και μεταφέροντας συνεχώς το πεδίο δράσης του από την Φλωρεντία στην αυτοκρατορική πρωτεύουσα Σικρί στην Terra Nova ή και στις ονειρικές προεκτάσεις τους.

    Ο τρόπος με τον οποίο το ιστορικό καταποντίζεται στον μύθο και αναδύεται μέσα από αυτόν, ο τρόπος με τον οποίο ιστορικά περιστατικά επανερμηνεύονται μέσω του μύθου είναι μοναδικός! Ο Ρουσντί γητεύει, οι χαρακτήρες του αποκτούν ζωή με μαγικούς τρόπους, χάνονται στο φανταστικό, υλοποιούνται στο πραγματικό και ο αναγνώστης πρόθυμα δέχεται τις μικρές του «ατασθαλείες», τα παιχνίδια με την πραγματικότητα, διότι άλλωστε όλα είναι πραγματικά και πιθανά αρκεί κάποιος να τα φανταστεί!

    Η «Γητεύτρα της Φλωρεντίας» είναι ένα μυθιστόρημα που θα καταφέρει να προσελκύσει αντρικό και γυναικείο αναγνωστικό κοινό με την ίδια ευκολία, γεγονός διόλου εύκολο όπως συχνά έχει διαπιστώσει ο υπογράφων και πάλαι ποτέ βιβλιοπώλης. Δεν άσκησε πάνω μου την δύναμη και την επίδραση που άσκησαν οι Σατανικοί Στίχοι αλλά φοβάμαι ότι κανένα βιβλίο του δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνο το αριστούργημα. Πάραυτα «Η γητεύτρα της Φλωρεντίας είναι ένα απίστευτα ευφάνταστο και διασκεδαστικό μυθιστόρημα και η σοφία που αντικατέστησε την συναισθηματική φόρτιση μπορεί να διεκδικήσει και εκείνη, με τη σειρά της, το μερίδιο της στην Αθανασία αυτού του Μεγάλου Συγγραφέα!

    Χρήστος Σιδερής
  • Τα Πετράλωνα κάποτε, τα Πετράλωνα που ζήσαμε - Λιβιεράτος, Δημήτρης


    Τίτλος: Τα Πετράλωνα που ζήσαμε
    Συγγραφέας: Λιβιεράτος Δημήτρης
    Αμόνι(2009)
    101 σελ.
    ISBN 978-960-88020-3-2
    Τιμή €8,00

    Αθήνα - Ιστορία [DDC: 938.912]
    Προσωπικές αφηγήσεις - Μαρτυρίες [DDC: 920]

    Πριν πολλά χρόνια, τον Ιούλιο του 1927, γεννήθηκα εδώ στα Πετράλωνα. Και απ' ότι φαίνεται, επειδή πια δεν μετακινούμαι εύκολα, θα μένω στα Πετράλωνα. Ό,τι καλύτερο άνθρωπος μπορούσε να θέλει.
    Εδώ σε αυτή τη γειτονιά πήγα σχολείο κι απέκτησα πολλούς φίλους. Μπορώ να πω ότι γνώρισα τον κόσμο της Αθήνας πριν τον Πόλεμο και μετά τον Πόλεμο. Μεγάλο ορόσημο δυο πολύ διαφορετικών εποχών.
    Στο διάστημα της ζωής μου πολλές φορές έφυγα από τα Πετράλωνα. Πολλές φορές ηθελημένα για να γνωρίσω τον κόσμο και να δουλέψω σε άλλους τόπους. Άλλες φορές ηθελημένα για να γνωρίσω τον κόσμο και να δουλέψω σε άλλους τόπους. Άλλες φορές απομακρύνθηκα υποχρεωτικά και αυτό ήταν επίπονο. Στου νου μου πάντα είχα την επιστροφή, σε κάποιαν Ιθάκη που λέει και ο Καβάφης, κι αυτή ήταν εδώ στα Πετράλωνα. Είχα την τύχη και η αγαπητή μου σύζυγος να θέλει τα Πετράλωνα κι εδώ μεγαλώσαμε τα παιδιά μας. Πήγαινε στα σχολεία της γειτονιάς, παίξανε στα γήπεδά της, έμαθαν την Αθήνα.
    Αυτή η γειτονιά έχει τις ιδιομορφίες της. Αν θέλεις και όποτε θέλεις, ανεξάρτητα από ηλικία, μπορείς να γνωρίσεις ανθρώπους, να μιλήσεις, να πεις την ιστορία σου και να ακούσεις αυτές των άλλων.
    Δίπλα στα Πετράλωνα βρίσκεται ο παντοτινός φίλος μας, ο Λόφος του Φιλοπάππου. Ένας μεγάλος φυσικός κήπος 700 στρεμμάτων. Με όλη την αρχαία ιστορία και παράδοση. Εκεί ακουμπάμε για τον περίπατό μας, σαν κάτι παλιό, πολύ παλιό να μας τραβάει κοντά του. Φύλακας άγγελος και προστάτης γεμάτος ζωντάνια και υγεία. Αυτός ο δικός μας λόφος.
    Μικρή σε έκταση η γειτονιά να την γυρίσεις και γνωρίσεις. Με ζωή όλη τη μέρα, αλλά και τη νύχτα με τις ταβέρνες της. Ευτυχώς οι Πετραλωνίτες υπερπίζουν τη γειτονιά τους από κάθε επιβουλή υποτιθέμενης αξιοποίησης που θα την χάλαγε. Μέσα σ' αυτήν την κίνηση οδεύω κι εγώ, με παλιούς αλλά και νέους φίλους, καλούς Πετραλωνίτες να συντηρούν τη γειτονιά τους.
  • τρεις και η καλή μου ώρα

    τρεις και η καλή μου ώρα

     

    Το κεφάλι μου είναι τρίγωνο και οι γωνίες του αιχμηρές.

    Αυτός είναι άλλωστε και ο μόνος λόγος που προσέχω όταν σκέφτομαι. Αντίθετα, όταν κοιμάμαι, δεν μπορώ να με προσέχω. Έτσι εγκατέστησα το σύστημα αυτό με την κάμερα, για να με προστατεύει ο υπολογιστής μου.

    Από τότε που το έστησα κοιμάμαι ήσυχος, τέλος πια στους ονειρικούς αυτοτραυματισμούς. Ακόμα και οι εφιάλτες μου, που τώρα πια είναι τόσο σπάνιοι, είναι αναίμακτοι. Επιτέλους ζω και αισθάνομαι ασφαλής.

    Ο υπολογιστής με παρατηρεί κάθε νύχτα. Αν κινηθώ προς μια κατεύθυνση με πιθανότητα να τραυματιστώ, μου διοχετεύει μια ελαφριά ηλεκτρική εκκένωση στο σώμα, που με παραλύει στιγμιαία και διακόπτει την λανθασμένη μου κίνηση. Είναι δε τόσο χαμηλής τάσεως που δεν με ξυπνάει καν. Μερικά πρωϊνά μονάχα τυγχαίνει να νοιώθω υπερβολικά κουρασμένος. Ανατρέχω στο αρχείο του συστήματος και ανακαλύπτω πως ο ύπνος μου ήταν εξαιρετικά ανήσυχος, ίσως λόγω του βραδινού δείπνου. Χαμογελώ, διότι θυμάμαι πως μετά το στιφάδο πάντοτε ξυπνούσα γεμάτος αίματα. Αυτό συνέβαινε βεβαίως πριν εγκαταστήσω το εκπληκτικό νέο μου σύστημα.

    Τις τελευταίες ημέρες, σκέφτηκα πως θα μπορούσα να εφαρμόσω την υπέροχη αυτή μηχανή και τις ώρες που είμαι ξύπνιος. Σε κάθε μου σκέψη πιθανή να με τραυματίσει, δέχομαι πλέον ένα ισχυρό ηλεκτροσόκ που με ρίχνει αναίσθητο. Άθελά μου, σταματώ τις επικίνδυνες σκέψεις πριν καν ολοκληρωθούν.

    Αφού το εφήρμοσα για κάποιο διάστημα, συνειδητοποιώ πως σπαταλώ περισσότερες ώρες την ημέρα αναίσθητος σε διαδρόμους και πεζοδρόμια, παρά ξύπνιος. Γυρίζω σπίτι με ένα μυαλό άδειο, φορώντας ρούχα γεμάτα μιζέρια. Και έτσι αποφασίζω να κοιμάμαι πλέον διαρκώς. Άλλωστε μόνο στο όνειρο μπορώ να σκεφτώ ό,τι θέλω χωρίς να κινδυνεύω, αρκεί βέβαια να μην κινούμαι και δίνω στόχο στην μηχανή.

    Αυτό όμως είναι ένα πρόβλημα, αφού θέλω να ζήσω ελεύθερος.

    Κι έτσι ξεκινώ την ζωή μου από την αρχή.

     

     

    Το κεφάλι μου είναι ολοστρόγγυλο και δεν υπάρχει απολύτως καμία προεξοχή.

    Είναι δε τόσο τέλεια ζυγισμένο, που κατρακυλά αέναα όταν αφήνω ελεύθερη την φαντασία μου - αν δεν προσέξω μπορεί να χαθώ και δια παντός. Αυτός είναι και ο λόγος που πρέπει να προσέχω όταν φαντάζομαι. Αλλά τις ώρες του ύπνου, χαλαρώνω επικίνδυνα κι εκείνο γλυστρά, πέφτει στο πάτωμα και φτάνει ως την προνοητικά κλειδωμένη μου πόρτα. Ξυπνώ με πόνους, ψάχνοντας το κεφάλι μου. Για αυτόν τον λόγο, εγκατέστησα ένα σύστημα με κάμερες, να με προσέχει, τις ώρες του άστατου ύπνου.

    Με τη νέα αυτή μηχανή, σαφώς βελτιωμένη της προηγούμενης, μόλις το κεφάλι μου αρχίσει να κατρακυλά, μια ρακέτα του σκουός με έναν εκπληκτικό σερβομηχανισμό το χτυπά και το επιστρέφει πίσω στον σβέρκο μου. Αλλόφρονες αλγόριθμοι καθιστούν το σύστημα εξαιρετικά ακριβές. Με αυτό τον τρόπο, κοιμάμαι επιτέλους και πάλι ασφαλής. Με λίγους πόνους και μώλωπες ενίοτε, αλλά ασφαλής από κάτι χειρότερο, όπως το να χάσω για πάντα το μυαλό μου από ένα όνειρο.

    Στην συνέχεια σκέφτομαι να εφαρμόσω το σύστημα και τις ώρες που είμαι ξύπνιος. Μετά από μια σειρά δοκιμών, καταλήγω πως μια χαοτική ακολουθία από αστάθμητους παράγοντες, όπως καιρικά φαινόμενα και άλλες παθήσεις της γης, ακυρώνουν εν τέλει την ακρίβεια της μηχανής μου.

    Αυτό είναι ένα πρόβλημα και μάλιστα πολύ σοβαρό.

    Κι έτσι ξεκινώ την ζωή μου από την αρχή.

     

     

    Το κεφάλι μου έχει ακαθόριστο σχήμα.

    Βρίσκεται μονίμως απόλυτα προστατευμένο σε μια γυάλα με σκέψεις - έτσι το σχήμα του δεν έχει απολύτως καμία σημασία, άλλωστε το πιο πιθανό είναι πως αλλάζει διαρκώς, χωρίς να το αντιλαμβάνομαι.

    Μόλις γυρίζω σπίτι του διηγούμαι όσα έζησα. Του λέω όσα με κάνουν περήφανο και αφορούν ανθρώπους που αγαπώ. Αλλά όχι μόνο. Του μιλάω για οτιδήποτε, όσο μικρό και ασήμαντο αν φαίνεται. Ακόμα και γι’ αυτά τα ανόητα που με πονάνε.

    Εκείνο με την σειρά του, φαντασιώνεται και μου γεννά υπέροχα όνειρα. Τα χαρίζει χωρίς καν να πρέπει να με παίρνει ο ύπνος. Κι εφόσον πλέον δεν κοιμάμαι ποτέ, δεν έχω ανάγκη από το όποιο σύστημα να με προσέχει τις ανύπαρκτες ώρες.

    Και αν κάποτε το ακέφαλο σώμα μου χαθεί για πάντα στον δρόμο για το σπίτι, η γυάλα θα βρίσκεται πάντα εκεί. Το κεφάλι μου αιώνια ελεύθερο από σώμα και χρόνο, θα περιμένει τον επόμενο αλλόκοτο επισκέπτη, για να του διηγηθεί όλα μου τα όνειρα.

     

    μηνάς ν. μηλιαράς

    Μάρτιος 2009

  • Πaρaφρaση

    Πaρaφρaση


    Γράμματα 


    Κοιτάζω πίσω. Δεν υπάρχει κανείς να με κυνηγά. Για πρώτη φορά, έπειτα από τόσο χρόνο, είμαι μονάχος μου. Αισθάνομαι ελεύθερος και οι πρώτες μου σκέψεις είναι αναπόφευκτες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας. Μα όλα αυτά δεν διαρκούν πολύ. Γυρίζω και πάλι πίσω το κεφάλι και κοιτάζω, για να εξακριβώσω το προφανές. Δεν υπάρχει κανείς.

     Ο δρόμος είναι σχετικά σκοτεινός. Ο αέρας φέρνει την βρώμα από έναν κάδο δίπλα μου, στον οποίον κάνουν επιδρομή δυο γάτες. Αυτοκίνητα. Νεκρά σφραγισμένα κουτιά, παρκαρισμένα παντού, ακόμη και πάνω στα λιγοστά δέντρα. Η σκέψη μου να φλυαρήσει δεν έχει χρόνο και επιστρέφει στον κυνηγό μου, που εξαφανίστηκε αναπάντεχα. Κι εγώ παραμένω ακίνητος εδώ. Γυρίζω απότομα και πάλι το κεφάλι. Πίσω μου σίγουρα δεν είναι κανείς. 

    Ένα ζευγάρι χασκογελά ενώ το αγόρι βγάζει κλειδιά από την τσέπη. Ας μην έχουν παρκάρει εδώ, εύχομαι. Πλησιάζουν. Δεν θέλω να τους κοιτώ, να μην δώσω δικαίωμα. Με κοιτούν όμως εκείνοι, απορούν και το κορίτσι σταματά να γελά. Πλησιάζουν κι άλλο. Εγώ ακίνητος, με το βλέμμα στο άπειρο. Με προσπερνούν. Δεν γυρίζω να κοιτάξω πίσω, περιμένω μέχρι να μην ακούω τους ψίθυρους και τα βήματά τους άλλο. Τώρα το κορίτσι χασκογελά και πάλι αλλά ακούγεται αρκετά μακριά. Με μια μονοκόμματη κίνηση κοιτάζω πίσω. Δεν υπάρχει κανείς, μόνο δύο κακοφωτισμένες φιγούρες στο βάθος, που ερωτεύονται. Κανείς δεν με κυνηγά και μένω ακίνητος. 

    Η γάτα με την μαύρη ουρά, μου αποσπά την προσοχή και κοιτάζω τον κάδο. Προσπαθεί να σκίσει μια νάυλον σακούλα. Η άλλη γάτα, καφέ. Σκέφτομαι πως είναι η πρώτη καφέ γάτα που βλέπω στο γκάζι μετά από 19 μήνες και αυτό, θα μπορούσε να είναι ακόμα και είδηση. Όσο η φιλενάδα της διαλύει σακούλες, εκείνη στέκεται ακίνητη και με κοιτά στα μάτια. Όσο της μιλώ, κουνά την ουρά της νευρικά. Νοιώθω αμήχανα. Γυρίζω και κοιτάζω πίσω, δεν με παρακολουθεί κανείς. 

    Μόνο η καφέ γάτα στον κάδο. Μα αυτό δεν είναι αρκετό για να λειτουργήσει. Το βλέμμα της μόνο αλλόκοτο είναι, τίποτε περισσότερο. Δεν με σπρώχνει μπροστά, να κάνω ένα βήμα, να ξεκινήσω να περπατώ, να φύγω μακριά από το εδώ. Να πάω επιτέλους κάπου, παραπέρα, πιο μακριά, εκεί που δεν ξέρω πως είναι. Δεν με διώχνει αυτό το βλέμμα της γάτας. Δεν μπορεί να με σπρώξει. Δεν κρύβει λέξεις που αποδεικνύουν ενοχές, ανομολόγητες προτάσεις γεμάτες σφάλματα, φράσεις που χάνονται σε ανεξερεύνητα πάθη, παραγράφους με όρκους στον εαυτό μου, από τους οποίους να θέλω να ξεφύγω. Είναι απλώς παράξενο, επειδή είναι κενά επίμονο. Κοιτάζω πίσω, με μια τελευταία ελπίδα να με απειλεί ο κυνηγός μου. Μα δεν είναι κανείς. 

    Τώρα πια τι; Άραγε, αυτό να είναι ο θάνατος; Η στασιμότητα;

      


    Κορώνα


    Υποβασταζόμενος, προσπαθώ να σηκωθώ. Το δεξί μου πόδι έχει χτυπήσει. Δεν μπορώ να το πατήσω, να τρέξω, να προλάβω. Τρέχει πολύ αίμα. Η οδηγός του αυτοκινήτου, ένα νεαρό, πολύ όμορφο κορίτσι, με ρωτά αν είμαι καλά και με ρωτά ξανά και ξανά, με μια φωνή γεμάτη πανικό. Τελικά είμαι εγώ και πάλι αυτός που αντί να αρχίσει να βρίζει, προσπαθεί να ηρεμήσει τους άλλους. 

    Είμαι καλά, απλώς το πόδι μου πονάει, επαναλαμβάνω. Αλλά θα μου περάσει ο πόνος. Δεν θα επιτρέψω να τον θυμάμαι για μια ζωή, αυτό είναι σίγουρο. Θα έρθει η μέρα που θα τα ξεχάσω όλα, σαν να μην συνέβησαν ποτέ ή σαν να μην είχαν τελικά τόσο μεγάλη σημασία. Με αυτήν μου την σκέψη στο μυαλό, μπορώ σχεδόν να νοιώσω ότι δεν πονάω τώρα. Σχεδόν. Όχι, ευχαριστώ, για πολλοστή φορά λέω πως δεν θέλω να με δει γιατρός διότι δεν τον χρειάζομαι και ναι - φταις, αλλά ήδη έχεις βουρκώσει και να σε στεναχωρήσω άλλο – δεν βρίσκω ποιό το νόημα. Πρέπει να ασχοληθώ με το δικό μου τραύμα. 

    Ξεκινώ μια προσπάθεια να φτάσω στο πεζοδρόμιο. Δίπλα στο κορίτσι είναι ένας εκνευριστικά αδιάφορος νέος που τον λένε πράσινα μάτια - πότε βρέθηκε αυτός εδώ και από ποιο σύμπαν, δεν γνωρίζω και δεν με ενδιαφέρει. Το μόνο που με στεναχωρεί είναι πως με κοιτάζουν άβουλα μαζί χωρίς να με βοηθούν, ενώ εγώ βασανίζομαι να περπατήσω, αφήνοντας μια γραμμή από αίμα πίσω μου στην άσφαλτο. 

    Είναι φανερό πως δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Το δεξί μου πόδι με καθυστερεί. Τρέχει αίμα και πονά, όσο και αν θέλω να μην το δέχομαι. Δεν μπορώ καν να το σηκώσω, είμαι αναγκασμένος να το σέρνω πίσω μου, να μοιάζω κακόμοιρος, να αποζητώ άθελά μου τον οίκτο. Και το κυριότερο, να είμαι εξαιρετικά αργός. 

    Φτάνω επιτέλους στο πεζοδρόμιο. Αγχώνομαι, πρέπει να τρέξω, να προλάβω. Αλλά το πόδι δεν πρόκειται να μου το επιτρέψει, είμαι πλέον εντελώς σίγουρος γι’ αυτό. Δεν έχω λοιπόν παρά μονάχα μία επιλογή. Πιάνω με τα δύο μου χέρια το πόδι περίπου στο γόνατο, σφίγγω τα δόντια και το τραβώ με όση δύναμη έχω, ώσπου αποκολλείται από το σώμα μου. Το πετάω στην άσφαλτο μπροστά. Ένα κρεσέντο βωβού πόνου για μένα που κορυφώνεται και εξαφανίζεται, ένα ουρλιαχτό στον αέρα για το κορίτσι, που για ακόμα λίγο συνεχίζει να μου τρυπά τα αυτιά. Ο πράσινα μάτια δεν είδε τίποτε, κοιτούσε αλλού. Τώρα χαζοκοιτά το κομμένο μου πόδι, και δακρύζει χωρίς να γνωρίζει γιατί. 

    Σπρώχνοντας την πλάτη στον τοίχο πίσω μου, στάθηκα πάλι όρθιος, αυτή την φορά και για πρώτη, στο αριστερό μου πόδι μόνο. Κοιτάζω κάτω, το άλλο μου πόδι παρατημένο, αιμορραγεί και μοιάζει να πονά ακόμα. Εγώ όμως όχι. Καμία απολύτως ενόχληση. Χοροπηδώ μερικές φορές για να ζυγίσω το σώμα μου στη νέα αυτή κατάσταση. Αποφασίζω οτι μπορώ.

    Χαμογελώ επιτέλους ξανά και αρχίζω να προχωρώ, χοροπηδώντας. Ίσως είναι μια από τις πλέον γελοίες σκηνές αποχώρησης από τον τόπο ενός ατυχήματος, όμως είναι αλήθεια πως είμαι αναγκασμένος να φύγω με αυτόν τον τρόπο. 

    Κοιτάζω μπροστά, οι δρόμοι δεν είναι ιδιαίτερα φωτισμένοι, αλλά δεν διακρίνω κανέναν και συνεχίζω να χοροπηδώ. Πίσω μου, δεν κοιτώ ποτέ. Φτάνω σε μια διασταύρωση με ένα σκοτεινό στενό και το χοροπηδητό μου τρομάζει μια γάτα με μαύρη ουρά που ανακατεύει σακούλες σκουπιδιών. 

    Δίπλα στον κάδο, βρίσκεται κάποιος ακίνητος. Τον παρατηρώ. Είναι πράγματι, εντελώς ακίνητος, έχει μαρμαρώσει. Γυρίζει απότομα και με κοιτά. Τον αναγνωρίζω: αυτός είναι, τον βρήκα επιτέλους. Είχε κρυφτεί στο στενό. Σκέφτομαι πως τώρα πια, με το ένα μου πόδι να λείπει, μοιάζω ακόμα πιο τρομακτικός και γελάω με σαρκασμό για το ωφέλιμο του ατυχήματος. 

    Παίρνω μια ανάσα και ξεκινώ να χοροπηδώ κυνηγώντας τον. Εκείνος, όπως τόσο χρόνο τώρα, φεύγει τρομαγμένος μακριά μου, οδηγώντας και τους δύο στο κοινό μας άγνωστο.


    μηνάς ν. μηλιαράς

    23/2/2009

  • Αναμνήσεις ενός Χέστη
    Ιδού στάδιον δόξης σου λαμπρόν,
    αθάνατη λεξούλα του Καμπρόν!
    Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ

    Είχα ένα καθίκι, δηλαδή πρέπει να είχα, μάλλον κόκκινο αλλά μπορεί και μοβ -έχεζα τέλος πάντων, δηλαδή πρέπει να έχεζα, δεν θυμάμαι.
    Έπειτα έριξα λίγο μπόι και κατάφερα να σκαρφαλώσω στη λεκάνη. Και το καθίκι πήρε δρόμο. Αυτά βέβαια είναι υποθέσεις κι εικασίες, καθόλου σίγουρος δεν είμαι ότι συνέβησαν τα γεγονότα έτσι. Εικάζω ότι τα κωλομέρια μου τρεμούλιασαν στην πρώτη επαφή με το κάθισμα, σα ν' ακούμπησα φίδι. Συνήθισα υποθέτω(έχω κι άλλα φίδια συνηθίσει). Από δω και πέρα η ομίχλη διαλύεται: έχεζα ανελλιπώς.


    Όχι πάνω μου βέβαια, ούτε όπου να 'ναι. Τα σκυλιά χέζουν όπου να 'ναι. Θυμάμαι ένα κοριτσάκι που χέστηκε, πρώτη δημοτικού θα 'μουν: ήταν μια τεράστια κουράδα, δεκαπέντε ή είκοσι εκατοστά κι είχε σα σκιά σταμπάρει τη φόρμα. Μεγάλο σκατό για πιτσιρίκι. Την πετυχαίνω που και που την παλιά συμμαθήτρια που χέστηκε, δουλεύει σ' ένα φαστφουντάδικο, μεγάλωσε, παντρεύτηκε. Θα μεγάλωσαν κι οι κουράδες της. Μεγάλωσα κι εγώ, χέζοντας, χέζοντας ακαταπαύστως -θαρρείς όσο περισσότερο σκατό κατέβαζα τόσο ψήλωνα.
    Επί είκοσι συναπτά έτη τιμούσα αποκλειστικά και μόνο την ίδια χέστρα, αν εξαιρέσεις κάνα σποραδικό χέσιμο στην τουαλέτα κάποιου θείου, της γιαγιάς κλπ, έπειτα κατατάχθηκα και γνώρισα γενναίες καινούριες τουαλέτες. Έχω χέσει στην Ορεστιάδα, στο Σουφλί, στη Θήβα, στα Γιαννιτσά και σε πολλά άλλα μέρη. Έχω χέσει σχεδόν όλη την Ελλάδα. Κάποτε μάλιστα μου ανετέθη η φύλαξη των τουαλετών ενός ολόκληρου στρατοπέδου, στην 162 Μ.Β.Π. αν δεν
    απατώμαι: είχαν επιφορτίσει την πυροβολαρχία μας μ' αυτό το ηρωικό καθήκον -κάναμε τις σκοπιές μας και τρέχαμε στο καπάκι για νούμερο στις χέστρες. Τρίωρα ήταν κι έπρεπε να φοράς εξάρτυση κι αν κανένας φαντάρος έχεζε στραβά να τον αναφέρεις στον αξιωματικό υπηρεσίας πάραυτα.
    Ήταν μια καρέκλα που 'χαμε πλάι στους νιπτήρες και με το που τραγουδούσε το καζανάκι σπεύδαμε. Πάντως είναι ν' απορείς πως ανάμεσα σε τόσους πυροβολητές ελάχιστοι βρίσκανε στόχο -ο στρατός είναι όντως σκατά. Απολύθηκα κάποτε κι επέστρεψα στην τουαλέτα μου.
    Εξακολούθησα να χέζω με την ίδια αφοσίωση, τόνοι και τόνοι σκατών, σκληρά σαν πέτρα ή νερουλά, σκατά καστανά ή κατάμαυρα, σκατά με αίμα. Στο μεταξύ μετακόμισα, παντρεύτηκα, έκανα και παιδιά -στιγμή δε σταμάτησα να χέζω. Σκέφτομαι μερικές φορές την κατάληξη της αδιάλειπτης αυτής παραγωγής κουράδων, της ιερότερης παρακαταθήκης: σκατά χωνευμένα, μετουσιωμένα σε χώμα, σκατά που ρέουν στο πράσινο αίμα των φυτών, σκατά στη θάλασσα, στη βροχή, στον σκατένιο κόσμο. Όσο για τη δική μου κατάληξη, δεν είναι κάνα αίνιγμα: γέρος, σκατόγερος στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, πεθαίνοντας μακριά από όλες τις χέστρες που συνάντησα. Αλλά προτού 'ρθει ο θάνατος θα ξανασυναντήσω το αρχέγονο καθίκι της
    παιδικής μου ηλικίας. Κόκκινο ή μοβ.
  • Η μεταμόρφωση
    Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωί, βρήκε το στόμα του θεόστεγνο, το κεφάλι του γεμάτο σίδερα και κάτι σαν ναυτία που ξεκινούσε από κάτω -ήταν εντελώς μουνί, το χειρότερο πρωινό της ζωής του- έπειτα πήγε στο μπάνιο, κοίταξε τον καθρέφτη και κατάλαβε πως ήταν αλήθεια: δεν είχε πρόσωπο αλλά μουνί. Υπενθύμισε νοερά τον εαυτό του να καθαρίσει κάποτε τον καθρέφτη απ' τα μυγοχέσματα και τη γλίτσα και αφού δεν είχε πια δόντια να βουρτσίζει ξαναπήγε στο κρεβάτι. «Θα είμαι ακόμα μεθυσμένος», είπε με σιγουριά και σφήνωσε ένα τσιγάρο στο μουνί του.

    Ευτυχώς ήταν Κυριακή. Κάπνισε με το πάσο του και πήγε πάλι στο μπάνιο. Το πράμα ήταν ακόμη εκεί, ένα δασύ αιδοίο που έβγαζε καπνούς. Αποφάσισε πως ήταν ώρα να καθαρίσει τον καθρέφτη, έκοψε λίγο κωλόχαρτο κι έκανε τη δουλειά. Τίποτα.
    Το μουνί τον κοιτούσε σαν ετυμηγορία. Ο Γκρέγκορ το ψηλάφισε και ένιωσε πως χρειάζεται μια μπίρα. Και λίγο ερεθισμένος, έβαλε τα παπούτσια του, ευχήθηκε να μην έχει περίοδο κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Στο διάδρομο καλημέρισε τον ένοικο του διπλανού διαμερίσματος που έβγαινε από το ασανσέρ και κατέβηκε τις σκάλες. Το μπαρ ήταν στη γωνία, δε θα τρομοκρατούσε πολλούς ανθρώπους. Περπάτησε γρηγορότερα. Όταν κάθισε στο ψηλό σκαμνί ένιωσε ασφαλής. Παρήγγειλε μπίρα. Ο μπάρμαν τον κοιτούσε χεσμένος απ' την άλλη άκρη, με το σώμα του σχεδόν κολλημένο στην ταμειακή. Έφερε την μπίρα τρέμοντας.
    «Ρε φίλε», ψέλλισε, «συγνώμη κιόλας, αλλά σα μουνί είσαι».
    «Δεν πειράζει, έχω πλούσιο εσωτερικό κόσμο».
    Ο μπάρμαν έφυγε και ο Γκρέγκορ Σάμσα άναψε ένα τσιγάρο, φύσηξε ψηλά τον καπνό κι έμπηξε το μπουκάλι στα μουνόχειλά του, δίχως να ξέρει αν θα μεθούσε ή αν θα μαλακιζόταν.
  • In search of…
    Κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να σταθούν στο ύψος της ομορφιάς τους και άλλοι μεταδίδουν την ομορφιά χωρίς καν να είναι παρόντες.
    Αν υπάρχουν πράγματι όρια σε καταστάσεις, τότε θα έλεγε κανείς ότι μπορεί και να τα είχα ξεπεράσει. Υπάρχουν όμως όρια στη μεταφυσική;
    Και οι ανησυχίες των ανθρώπων σε ποιον άξονα της ζωής τους ανήκουν;
    Στον άξονα της λογικής ή της μεταφυσικής;
    Και μιλάμε άραγε απλά για ανησυχία όταν κάτι σε καταβάλλει βίαια εξ απήνης;
    Αυτή η βίαιη κατάληψη της ψυχής δεν μοιάζει πιο πολύ με μανία ή εμμονή;
    Αν είναι έτσι, τότε πόσο έχει ευθύνη το άτομο γι αυτό που του συνέβη;
    Και αν δεν αναφερθούμε στο θέμα της ευθύνης, τουλάχιστον μπορεί κανείς να εκφέρει άποψη για το που σταματά όλη αυτή η αναζήτηση;
    Αν σταματά ποτέ;

    Αν μου έλεγαν ότι μπορεί κάποιος να νιώσει έντονη ψυχική έλξη για κάποιον άγνωστο μέσω ενός blog θα γελούσα με καχυποψία. Φυσικά και δεν γίνεται, θα απαντούσα, αλλά ακόμα και αν γίνεται είναι εντελώς χαζό.
    Η ζωή μας κάνει να βιώνουμε όλα εκείνα τα οποία αμφισβητούμε.

    Ένα βράδυ, ενώ δεν συνήθιζα ποτέ να το κάνω, πληκτρολόγησα στο google χωρίς να το επιτάσσει κάποιος συγκεκριμένος λόγος, αυθόρμητα, το όνομα ενός αγαπημένου μου συγγραφέα. Έπειτα πάτησα επάνω στο πρώτο link που έπεσε το μάτι μου.

    Ήταν ένα blog.

    Εντάξει σ’ ό,τι αφορά το πνεύμα. Αγαπούσαμε τους ίδιους συγγραφείς. Το ίδιο ίσχυε για τους συνθέτες , τη μουσική γενικά και τις ταινίες.
    Είχαμε την ίδια αισθητική.
    Ανήκαμε στο ίδιο ζώδιο. Δε θα μου έκανε εντύπωση αν είχαμε γεννηθεί και την ίδια μέρα.
    Μια σειρά κοινών. Συμβαίνει.

    Από παρόρμηση και περιέργεια αποφάσισα να το «ψάξω» λίγο καλύτερα. Διάβασα αυτά που είχε γράψει στα αγγλικά. Έμοιαζαν με μικρά σημειώματα που απηύθυνε προφανώς σε άτομα που είχε γνωρίσει σε μιαν άλλη χώρα .
    Έψαξα τις επαφές της όπως και τα μηνύματα που της είχαν αφήσει.
    Είδα τις φωτογραφίες της. Δύο όλες κι όλες. Ασπρόμαυρες.


    Από τα όσα είχε γράψει μπορούσα να βγάλω κάποια συμπεράσματα. Δεν ήταν ακριβώς απόρροια της λογικής μου ή προϊόντα της φαντασίας μου, αλλά προέκυψαν από το ότι ένιωθα τα όσα είχε γράψει βαθύτατα δικά μου. Το όλο θέμα ήταν ότι ένιωθα να τη γνωρίζω, κι όχι μόνο αυτό, αλλά την ένιωθα πολύ κοντά μου. Εκτός από αυτή την αίσθηση είχε μια μοναδική ικανότητα να γεμίζει τα κενά της φαντασίας μου. Λες και η φαντασία μου ήταν ένα τόξο που εκείνη μπορούσε να τεντώσει στο έπακρο. Το στιλ της ήταν αρκετά διαφορετικό από το δικό μου. Θα έλεγα πιο γυναικείο, πιο ρετρό, παρόλο που είχαμε την ίδια ηλικία.

    Για κάποιον ανεξήγητο λόγο αυτά που είχε γράψει δεν έφευγαν από το μυαλό μου . Αναρωτιόμουν μέρες μετά τι εννοούσε με κείνες τις δύο λέξεις στ’ αγγλικά. Υπήρχε πράγματι κάποιου είδους απασχόληση με αυτό το όνομα ή επρόκειτο για μεταφορική περιγραφή του πως περνούσε τον καιρό της; Αν ήταν το δεύτερο ήταν πράγματι εντυπωσιακό. Άνοιγε άπλετους δρόμους στη φαντασία μου.
    Τι ήταν αυτό που με ώθησε να τη φαντάζομαι; Να προσπαθώ να οραματιστώ πώς περνάει τις μέρες της, τι ρούχα φοράει, τι αρώματα και τι παπούτσια;
    Τι ήταν αυτό που με έκανε να τη σκέφτομαι οδηγώντας από τη δουλειά στο σπίτι; Με ανοιχτά τα παράθυρα του αυτοκινήτου και το cd. Player να πάλλεται από την αγαπημένη της μουσική;

    Η απάντηση είναι μάλλον απλή όσο ίσως και σύνθετη…
    Η αλήθεια είναι πάντα απλή όσο ίσως και ψεύτικη…

    Θα θελα να καθόταν δίπλα μου και να ξεφεύγαμε μαζί απ’ τα Φαινόμενα. Προς έναν κόσμο γεμάτο γοητευτικές Αλήθειες και Αινίγματα. Διαισθανόμουν πως εκείνη η κοπέλα αντίκριζε την ίδια πλευρά του προσώπου της ζωής κι όμως άντεχε να πάει λίγο παραπέρα. Την ήθελα Συνοδοιπόρο σ’ αυτή τη μακριά γέφυρα που μόνη μου φοβόμουν να διασχίσω. Το Αlter Εgo μου, που έψαχνε το άλλο του τρίτο, βρισκόταν κάπου εκεί έξω, και στις στιγμές της μοναξιάς, αυτές που ξεπηδούν ακόμη κι όταν βρίσκεσαι με πολύ κόσμο, σκεφτόμασταν ακριβώς τους ίδιους ¨δρόμους¨, τις ίδιες ¨πόλεις¨ και τις ίδιες φυγές και ζωγραφίζαμε με τα ίδια χρώματα τις εμμονές και τις ταραχές της ταυτόσημης ψυχής μας που εξαιτίας της βίαιης απόσχισης της δεν θα ηρεμούσε πραγματικά, αν δεν έβρισκε τα χαμένα της κομμάτια.

    Έτσι πέρασα αρκετές στιγμές έχοντας στο μυαλό μου την ερώτηση «Ποια είσαι;»
    Επαναλάμβανα το όνομα της μέσα μου σε διάφορες φάσεις της ημέρας. Μου άρεσε πολύ.
    Έβαφα τα μάτια μου όπως τα είχε βαμμένα και κείνη στη μια φωτογραφία. Ήταν ένα μυστικό που το ήξερα μόνο εγώ.
    Όσο κι αν είναι περίεργο, η δύναμη που ένιωθα ήταν πολύ μεγάλη. Δεν ήμουν ποια μόνη μου, με τις φοβίες και τις ανασφάλειες μου, τώρα ήμασταν δύο.
    Με απογείωνε η ιδέα ότι θα μπορούσαμε να μοιραζόμαστε τα πάντα.
    Και με λυπούσε το γεγονός ότι δεν γνώριζε την παρουσία μου, παρόλο που μπορεί και να τη διαισθανόταν.
    Θα μπορούσε να νιώσει και αυτή την ομορφιά που εγώ βίωνα ήδη…
    Και έπειτα ένιωσα ότι ήθελα να τη γνωρίσω από κοντά.

    Της άφησα ένα σχόλιο σε κάτι που είχε γράψει. Στον διάλογο που ξεκίνησε μεταξύ μας δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τη δική της ‘’φωνή’’. Στη συνομιλία που είχαμε αργότερα στο msn συνέβη ακριβώς το ίδιο πράγμα. Ταυτιζόμασταν σε κάποια θέματα απόλυτα. Κι όμως για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν με τρόμαζε να αισθάνομαι τόσο κοντά σε κάποιον. Αυτή ήταν η μαγεία με τη Φαίη, ότι μου προκαλούσε απίστευτη ασφάλεια. Η επίδραση της ήταν σαφώς πιο θετική από την επίδραση του ίδιου μου του εαυτού πάνω μου.
    Σε μια από τις συναντήσεις μας παραδέχτηκε ακριβώς αυτό. Ότι ένιωθε μιαν αστείρευτη ‘’καλοσύνη’’, αν ήταν αυτή η σωστή λέξη, να πηγάζει από μέσα της για μένα. «Νιώθω ότι δεν θα επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου να σου κάνει οποιοδήποτε κακό» μου είχε πει. Και ήταν αλήθεια, γιατί ένιωθα ακριβώς το ίδιο για κείνην.

    Η φιλία μας είχε αρχίσει να ανθίζει. Επικοινωνούσαμε καθημερινά είτε τηλεφωνικώς, είτε μέσω mail και μηνυμάτων. Πολλές φορές και με τους τρεις τρόπους. Η επίδραση της στη ζωή μου ήταν πολύ μεγάλη. Κάθε στιγμή της μέρας ήταν συνυφασμένη με κείνη και τα κοινά μας. Είχα σχεδόν μεταμορφωθεί σε άλλον άνθρωπο. Γνωστοί και φίλοι παρατήρησαν μια θετική αλλαγή πάνω μου. Η απελπισία των δύσκολων φάσεων που άλλοτε περνούσα είχε εξαφανιστεί. Τα προβλήματα δεν με κατέβαλλαν πια στο βαθμό που κατάφερναν να το κάνουν στο παρελθόν. Δεν ένιωθα πια μόνη. Αντίθετα, ήμουν πλήρης και χαρούμενη. Απελευθερωμένη από άχρηστα βάρη. Σχεδόν ευτυχισμένη.

    Ώσπου μια μέρα ξαφνικά, σε μια από τις τηλεφωνικές μας συνομιλίες, μου ανακοίνωσε ότι θα επέστρεφε στην Αγγλία για να συνεχίσει τις σπουδές της. Ήταν η πρώτη φορά που διαφωνήσαμε. Η πρώτη και η τελευταία.

    Η Φαίη έβλεπε τη γνωριμία μας, όπως είχε πει, σαν ένα δώρο πολυτελείας, και με αυτό απ’ ότι κατάλαβα αργότερα, εννοούσε ότι δεν με χρειαζόταν πραγματικά, αλλά χαιρόταν με την παρουσία μου, σαν να ήμουν ένα επιπρόσθετο καλό στη ζωή της. Αντίθετα εγώ, είχα επενδύσει πολλά σ’ αυτήν πριν ακόμη τη γνωρίσω.
    Ήταν η δύναμη μου, η απόδειξη ότι η ζωή μπορεί να είναι μαγική, το άλλο μου μισό, η έμπνευση και το κουράγιο μου στις δύσκολες στιγμές. Όταν έμαθα ότι θα φύγει κλονίστηκα, την κατηγόρησα για εγωισμό και υποκρισία. Προσπάθησε να με κάνει να δω από τη δική της σκοπιά , μου μίλησε για αγάπη και ελευθερία, για προσκολλήσεις και ψέματα που λέμε στον εαυτό μας για να μη μεγαλώσει ποτέ.

    Τα ήξερα όλα αυτά. Τα ήξερα, αλλά δεν με βοηθούσαν.

    Όταν έφυγε, οι σχέσεις μας είχαν σχεδόν αποκατασταθεί. Αυτό θα πίστευε κάποιος τρίτος. Οι δυο μας ξέραμε πως η ρήξη είχε επέλθει. Η απόσταση θα επέφερε το τελικό πλήγμα.

    Πώς να συμβιβάσεις τα ασυμβίβαστα όταν πρόκειται για συναισθήματα;
    Πώς να γεμίσεις το κενό όταν η απόσταση δεν είναι μόνο θέμα χιλιομέτρων;
    Και πώς να εμπιστευτείς ξανά;

    Στο τελευταίο της mail είχε γίνει επικριτική. Σχεδόν οργισμένη μου ζητούσε εξηγήσεις για τη στάση μου. Τι συνέβαινε και απομακρυνόμουν όλο και περισσότερο; Γιατί είχα γίνει απότομη στο τηλέφωνο και απόμακρη στα mail; Γιατί δεν της έλεγα πια τι σκεφτόμουν και πώς αισθανόμουν;
    Και τέλος με ρώταγε γιατί μου ήταν τόσο δύσκολο να κρατήσω μια ισορροπία και αν τελικά θα θυσίαζα το όμορφο δώρο που μας έτυχε από ισχυρογνωμοσύνη και μόνο.

    Δυσκολεύτηκα πολύ να της απαντήσω σε κείνο το mail.Τελικά μετά από κάποιες μέρες τις έγραψα τις εξής λέξεις:
    «Η ψυχή ψάχνει τους πιο ανώδυνους τρόπους να ξεπεράσει τα τραύματα της, Φαίη. Δεν ήσουν για μένα απλώς ένα ¨δώρο πολυτελείας¨, αλλά το ύστατο καλό.»

    Και, δεν ξέρω πως τα καταφέραμε, αλλά δεν ξαναειδωθήκαμε ποτέ.
  • Οι Θεοί των Άλλων (part1)

    Ιούλιος 12, 2045 μ.Χ.
    ΑΟΡΑΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΟΠΛΟΙΟ ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΓΗ

    Ο Λγσόι παρακολουθούσε τον πλανήτη εδώ από την άνετη και αθέατη τροχιά του εδώ και κάμποσες περιστροφές. Μολονότι η κατόπτευση της Γης θεωρούταν αγγαρεία, το αγροτικό του ας πούμε, ποτέ δεν έπαψαν να τον διασκεδάζουν οι γήινοι! Παρακολουθούσε τις εξελίξεις στην επιστημονική έρευνα αλλά περισσότερο την επιστημονική φαντασία.
    «Υπερδιάστημα!,» μονολόγησε, «τόσο, μα τόσο ευφάνταστοι! Ή το άλλο, Ταξίδι με την ταχύτητα του φωτός σε κρυονική στάση! Απίστευτη φαντασία, απόλυτος παραλογισμός!!!»
    Το καλύτερο βεβαια από όλα τα απίστευτα είχε δει και διαβάσει ήταν τα ταχυόνια, “ταξίδι με δέσμη ταχυονίων”! Είχαν μάλιστα συμπεράνει ότι υπάρχουν ταχυόνια παρόλο που κανείς δεν είχε αποδείξει την ύπαρξη ή την ένδειξη τής ύπαρξης ενός ταχυονίου. Αλλά και οι σκουληκότρυπες που επέτρεπαν την στιγμιαιά μεταφορά σε χαοτικές αποστάσεις. Οι σκουληκότρυπες ήταν βασισμένες στην αντίληψη ότι πιθανά κάποιος μπορεί να ταξιδέψει στο σύμπαν μέσω μιας Μαύρης Τρύπας! Όπως επίσης και ο διακτινισμός ή εξ ων συνετέθη, υποθέτωντας δηλαδή ότι ένα αντίγραφο ενός ανθρώπου μπορεί να μεταφερθεί ατόφιο από το ένα μέρος στο άλλο ενώ ο αρχικός άνθρωπος, αλήθεια, τι να συνέβαινε στον αρχικό άνθρωπο; «Μπιμμ μι απ Σκότι» μια από τις κλασικές ατάκες του Σταρ Τρεκ.
    Το πλέον περιέργο με όλα αυτά όμως ήταν ότι ήταν αλήθεια!



    Ιούλιος 13, 2045 μ.Χ.
    ΑΣΤΕΡΟΕΙΔΗΣ ΙΣΑΑΚ ΑΣΙΜΟΦ

    «Τίναξέ τους στον αέρα. Τους Γαμιόληδες!» ούρλιαξε καλύπτοντας τον ορυμαγδό του μεγάλου τρυπανιού.
    «Ρε μωρό, είσαι σίγουρη; Έχει και γυναικόπαιδα ο γαμημένος καταυλισμός!»
    «Πρώτον, μη με λες μώρο. Και δεν είμαι Σου! Τα ΄χουμε πει αυτά», με κοίταξε απηυδισμένη, «δεύτερον, δεν είναι γυναικόπαιδα, είναι φασιστάκια και φασιστομάνες. Πουτάνες και πουστάκια, no offence for the real gays and putas», συμπλήρωσε στα αγγλικά. «Έπειτα... υποννοείς κάτι υποτιμητικό για τις γυναίκες;»
    «Ε! Τι εννοείς;»
    «Είπες γυναικόπαιδα παλιομαλάκα, τι εννοείς, ότι οι γυναίκες είναι αδύναμες σαν παιδιά και πρέπει να προστατεύονται, φαλλοκράτη μαλάκα! Στο μεσαίωνα ζούμε; Ε; Πες μου, αυτό εννοούσες; »
    «Με παρεξήγησες, απλά σκέφτομαι ότι δεν είναι καλό να σκοτώσουμε γυναίκες και παιδιά γιατί...»
    «Τι γιατί; Είναι κατώτερες οι γυναίκες ηλίθιε; Αυτό εννοείς; Νομίζεις πως είσαι καλύτερος από εμένα σαβουρογάμη βλαμμένε;»
    «Όχι! Δεν είπα κάτι τέτοιο...»
    «Τι είπες τότε ρε αρχίδι;»
    Δεν έβγαζα άκρη. «Υποσχέθηκες πάντως», ψέλισσα.
    «Υποσχέθηκα ρε σαβουρογάμη, υποσχέθηκα να σου κάτσω. Μην περιμένεις όμως έρωτες και μαλακίες», κατέστησες σαφές.
    Τρία χρόνια την φλέρταρα την καριόλα. Μόνο γαμήσι; Μόνο γαμήσι! Μού έφτανε! Πέρασα τον κωδικό στον χειρο-υπολογιστή χωρίς δεύτερη σκέψη. Για μια στγμή το σύμπαν κράτησε την ανάσα του, ενδόμυχα ήλπιζα να είχαμε κάνει κάποια λάθος σύνδεση. Φέυ, κρότος, λάμψη, νέοι κρότοι και συναφείς λάμψεις και μετά φωνές, μετά κλάματα, μετά σειρήνες και μετά σιωπή.

    Το ερπυστριοφόρο κινείτο με μεγάλη ταχύτητα προς το κρησφύγετό μας. Επιτέλους είχε έρθει η ώρα να τη γαμήσω! Παλιοκαριόλα! Αλλά δεν ήταν η τυχερή μου ημέρα. Νοιώσαμε την Γη να τρέμει. Και ενώ απορούσα πώς ήταν δυνατόν να τρέμει η γη ενώ δεν είχα αρχίσει ακόμα να γαμάω (πόσο μάλλον να χύσω), ο κομήτης εξερράγη, μαζί τα γαμημένα μποτ, τους γαμημένους εργάτες, τα γαμημένα παιδιά και εμάς τους μαλάκες!


    Ιούλιος 13, 2045 μ.Χ.
    ΥΠΕΡΔΙΑΣΤΗΜΑ - ΓΗ

    Ο Όμπαμπα προσπαθούσε να πλοηγήσει το σκάφος αλλά η παρουσία της Ντέα τον εμπόδιζε να συγκεντρωθεί. Να πάρει, είναι τόσο γαμημένα όμορφη!.
    Φαινομενικά η Ντέα παρακολουθούσε τις ενδείξεις του σκάφους και ελάχιστα καταλάβαινε από το περιβάλλον μιας και η νευρωνική σύνδεση με τον Κυβερνο-ορθολογιστή απορροφούσε τη σύνολο των συνειδητών πνευματικών της διεργασιών. Το υποσυνείδητό της πάντως είχε επίγνωση ότι ο Όμπαμπα έριχνε κλεφτές ματιές. Το αν κάποια στιγμή αποφάσιζε να μοιραστεί την πληροφορία μαζί της ήταν άλλη υπόθεση. Ως γνωστό, τα υποσυνείδητα δρούσαν αυτόβουλα και μοιράζονταν μόνο τις πληροφορίες που ήθελαν να μοιραστούν. Ακόμα και οι ικανότεροι Υερείς δεν κατάφερναν να συνεννοηθούν απόλυτα με τους ατομικούς Υ, πόσο μάλλον με το Συλλογικό Υ, το ΣΥΝ-Υ, τον γνώστη και θεματοφύλακα του Όλον.
    Ο Όμπαμπα προσπάθησε να τιθασεύσει το πάθος του. Δεν ήταν και εύκολο. Είχε διαλέξει να πλοηγήσει το σκάφος χειροκίνητα για να τής κάνει εντύπωση κι αυτή αντί να τον κοιτάξει με θαυμασμό τον αγνόησε και συνδέθηκε με τον Κυβερνο-ορθολογιστή μόνη της! Στην ουσία τον πρόσεχε μην κάνει καμία χοντρομαλακία και πέσουν πάνω σε κανένα μετεωρίτη μόλις βγουν από το υπερδιάστημα.
    Ο Όμπαμπα μετάνιωσε για την επιλογή του. Αν είχε συνδεθεί και εκείνος θα την ένιωθε κοντά του έστω και με διάμεσο τον Κυβερνο-ορθολογιστή.
    «Διαγραφή», είπε και η κατάρα του παραδόξως ώθησε το Υ της Ντέα να στρέψει τα γαλανά μάτια της κοπέλας πάνω.
    Παρέστησε τον αδιάφορο. Ήταν αδύνατο να είχε ακούσει την κατάρα. Μόνο το υποσυνείδητο της μπορούσε και δεν πίστευε ότι η Ενδοσυνεννόησή της βρισκόταν σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο έτσι ώστε να πληροφορηθεί εκ των υστέρων τι είχε ψελλίσει. Φυσικά το Υ μπορούσε να δώσει όλες τις πληροφορίες με τη μορφή συναισθημάτων. Μπορούσε δηλαδή να τής δημιουργήσει μία διάθεση να τον περιπαίζει. Μα τι στη διαγραφή σκέφτομαι τώρα, αναλογίστηκε ο Όμπαμπα. Έτσι κι αλλιώς είναι ηλίου φαεινότερον ότι μού αρέσει τόσο πολύ που είμαι έτοιμος ακόμα και να εξορύσω όνυμ στις φυλακές του Ταρκτορύρ-εγκ για να ενωθώ μαζί της.
    Αποφάσισε να αφοσιωθεί στην πλοήγηση. Διάβασε τις ενδείξεις στο τερματικό μπροστά του. Όλα πήγαιναν καλά, πολύ σύντομα θα έφταναν στο Συλλογικό Ήλιο Χαβθάν. Τότε θα άρχιζε το ερευνητικό έργο. Έπρεπε να βρουν πλανήτες με συνθήκες ικανές να δημιουργήσουν έλλογες μορφές ζωής, να εξετάσουν όσες έχουν ήδη αναπτυχθεί, χωρίς να έρθουν σε επικοινωνία με τούς κατοίκους ή να προσγειωθούν σε όσους πλανήτες ενείχαν αυτές τις προϋποθέσεις. Τρομερά βαρετή δουλειά! Σπάνια συναντούσαν αξιομνημόνευτες μορφές ζωής και πολύ σπάνια αυτά τα όντα είχαν την ικανότητα επικοινωνίας. Ο Ομπαμπά σκεπτόταν ότι οι Τεράστριαλ ήταν η πιο τεχνολογικά εξελιγμένη κοινωνία στο χαρτογραφημένο Χάος, με την εξαίρεση των Μπριβντόνιων. Αλλά αυτοί ήταν μία άλλη ιστορία.
    Το σκάφος που πλοηγούσε ο Όμπαμπα δεν ήταν το μοναδικό που είχε σταλεί στον Συλλογικό ήλιο Χάφθαν. Αρκετές χιλιάδες σκάφη κατευθύνονταν προς τον ΣΥΝ-Η-Χάβθαν και ακόμη περισσότερα προς τούς υπόλοιπους χαρτογραφημένους ΣΥΝ-Η. Αναρωτιόταν ποιός ήταν ο σκοπός αυτής τής αναζήτησης. Ποιά σημασία μπορεί να είχαν για τους Τεράστριαλ μία σειρά από πρωτόγονες τεχνολογικά κοινωνίες;, αναρωτιόταν μολονότι γνώριζε πολύ καλά ότι αν έκανε αυτή την ερώτηση στο Σαμάνο τού σκάφους θα υπέμενε μία μακρά διάλεξη, περί τής ιερότητας τών έλλογων όντων, περί τής αμφισημίας τής ανωτερότητας, περί τών πολιτισμικών μαθημάτων που είχαν δώσει στην κοινωνία τους πολύ κατώτεροι τεχνολογικά πολιτισμοί, περί τού ιερού καθήκοντος τής αποστολής τους μπλα μπλα μπλα, μπλα μπλα μπλα.
    Τού την έδινε ο πολιτισμικός σχετικισμός. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να κλέψει από τήν αποθήκη λίγο ενισχυτικό και να συνδεθεί με το ΣΥΝ-Υ και όλα τα άλλα να πάνε να γαμηθούν. Φυσικά καλό θα ήταν να είχε και τη Ντέα αλλά τόσο αισιόδοξο σενάριο δεν το χωρούσε ο νους του.
    Η υπερταχύτητα δεν είναι αστεία υπόθεση, θεωρητικά όλοι οι πλοηγοί είχαν ικανότητες χειροκίνητης πλοήγησης σε μεγάλες ταχύτητες αλλά ο Όμπαμπα και αρκετοί πλοίαρχοι είχαν την γνώμη ότι οι πλοηγοί που μπορούσαν να επιτύχουν αυτό το μικρό θαύμα χωρίς την βοήθεια του Κυβερνο-Ορθολογιστή δεν πρέπει να ξεπερνούσαν τα δάκτυλα των χεριών. Είχαν δίκιο! Ο πλοίαρχος του Σμενγκ ήταν μάλλον υπερήφανος που είχε ένα ικανό πλοηγό στο πλήρωμά του και τον άφηνε να παίζει τα επικίνδυνα παιχνίδια του. Μπορεί βέβαια στη χαλαρότητα τού πλοιάρχου να συνέβαλε το ότι ακριβώς τη στιγμή που το σκάφος του ήταν έτοιμο να ξεπηδήσει από το υπερδιάστημα στην περιοχή του ΣΥΝ-Η Χάφθαν, εκείνος βρισκόταν στην Έσω/αίθουσα και ενωνόταν με τον ΣΥΝ-Υ. Αυτό που έκανε ο πλοίαρχος δεν ήταν μόνο παράνομο και επικίνδυνο. Πολύ σύντομα θα αποδεικνυόταν ότι ήταν η μεγαλύτερη μαλακία που είχε κάνει αξιολογημένος πλοίαρχος, αν και δεν είναι απίθανο να υπήρχαν και άλλοι πλοίαρχοι που έκαναν παρόμοιες βλακείες με τη διαφορά ότι εκείνοι δεν το πλήρωσαν με τη ζωή τους.
    Το διάστημα που μεσολαβεί για να επιτευχθεί μία νευρωνική σύνδεση είναι απειροελάχιστο. Οι υποδοχές που συνδέουν τη μητρική του σκάφους με το νευρικό σύστημα του πληρώματος περιμένουν τους ακροδέκτες από τον μετασχηματιστή που απορροφά την ανάδραση και τη μετατρέπει σε πληροφορία γιατί διαφορετικά τα υποκείμενα θα πέθαιναν ακαριαία από τον πόνο. Το μόνο που είχε να κάνει ο Όμπαμπα ήταν να πάρει τον ακροδέκτη και να τον βάλει στην ειδική υποδοχή τού λαιμού του. Πόσο διάστημα χρειάζεται για να κάνει αυτή τη κίνηση; Ελάχιστο. Το Ελάχιστο, ας πούμε μισό κλικ, σε μετρικούς όρους και με ταχύτητα που υπερέβαινε τα 700.000 τάνι ανά κλικ σήμαινε περίπου 350.000 τάνι, δηλαδή εικοσιοκτώ φορές η απόσταση από τον Τεράστριαλ στον Ήλιο. Μπορεί ο χρόνος να απειροελάχιστος αλλά σε μία τόσο μεγάλη απόσταση πολλά μπορούν να συμβούν. Και δυστυχώς για το πλήρωμα του Σμεγκ, πράγματι κάτι συνέβη.
    Εκτός από καλός πιλότος ο Όμπαμπα ήταν και ερωτευμένος. Φυσικά και γνώριζε τον κίνδυνο, να συνδεθεί τη στιγμή που το σκάφος έβγαινε από το υπερδιάστημα και εισέβαλε στο ΣΥΝ-Η Χάφθαν αλλά οι πιθανότητες να προσκρούσουν σε κάτι στο απειροελάχιστο διάστημα της μετάβασης ήταν λιγότερες και από τις πιθανότητες κάποιου να κερδίσει το πρώτο λαχνό του λαχείου σε μία κοινωνία που αριθμούσε ένα τρισεκατομμύριο επιλαχόντες τυχερούς. Η τύχη όμως παίζει περίεργα παιχνίδια. Ο Όμπαμπα σκέφτηκε ότι αν έκανε την αλλαγή πολύ γρήγορα σε ένα τόσο επικίνδυνο σημείο, θα κατάφερνε τουλάχιστον να αποσπάσει την προσοχή της Ντέα. Και φυσικά τα κατάφερε. Και με το παραπάνω…
    Ο ακροδέκτης δεν πρόλαβε ποτέ να ολοκληρώσει την πορεία του. Το τράνταγμα και ο εκκωφαντικός θόρυβος ήταν τόσο ισχυρά που ο πλοίαρχος που δεν ήταν δεμένος σε θέση προσγειώθηκε με φόρα πάνω στον τοίχο. Τον βρήκαν πολύ αργότερα αιμόφυρτο σε κρίσιμη κατάσταση. Στο ελάχιστον διάστημα που μεσολάβησε από τη στιγμή της πρόσκρουσης μέχρι το Υ του Όμπαμπα να του πει τι γίνεται το διαστημόπλοιο είχε προσπεράσει σύρριζα έναν ήλιο μεσαίου μεγέθους και ένα μικρό αστεροειδή και κατευθυνόταν προς ένα πλανήτη με μη αναστρέψιμη πορεία. Ο Κυβερνο-Ορθολογιστής τού σκάφους είχε πάθει εκτεταμένες βλάβες και για να είμαστε περισσότερο σαφείς, τίποτα δεν λειτουργούσε εκτός από το πιλοτήριο. Πριν προλάβει να αντιδράσει ουδείς είχαν μπει στην ατμόσφαιρα τού πλανήτη κινούμενοι με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
    Ευτυχώς, σκέφτηκε ο Όμπαμπα, που δεν ολοκλήρωσα την είσοδο τού ακροδέκτη στην υποδοχή. Είχε έρθει επιτέλους η στιγμή να δείξει τις ικανότητές του. Θα νόμιζε κανείς ότι τα νεύρα του λαιμού του θα πετάγονταν να κάνουν καμία βόλτα, τόσο υπεράνθρωπες προσπάθειες έκανε για να αναλάβει τον έλεγχο τού πηδαλίου. Η πορεία πρόσκρουσης δεν αναστρεφόταν αλλά μπορούσε ίσως να προσγειώσει το σκάφος ομαλά. Ή περίπου ομαλά. Το σκάφος έπεφτε με κλίση 30 μοίρες και ο Ομπαμπά είδε το έδαφος. Ήταν λευκό. Το Υ του μοιράστηκε μία σκέψη: Τι σόι πέτρωμα είναι αυτό και πόσο σκληρό να είναι άραγε;. «Λίγο ακατάλληλη στιγμή δεν νομίζεις», σκέφτηκε να απαντήσει ο Όμπαμπα αλλά δεν είχε καιρό να ανοίξει κουβέντα με το Υ του. Έπρεπε να τη σώσει! Αν κατάφερνε να προσγειώσει το σκάφος η Ντέα θα εντυπωσιαζόταν τόσο πολύ που θα δεχόταν να μοιραστεί το κρεβάτι του. Το γεγονός ότι ο Όμπαμπα, ακόμα και μια στιγμή πριν την καταστροφή τού σκάφους κατάφερνε να απασχολεί το μυαλό του με τη Ντέα είναι ικανό από μόνο του να τον χαρακτηρίσει γνήσιο «καυλομάχο» ή «καυλόσαυρο». Αλλά δε θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι πολλάκις όντα ωθούμενα από κατώτερα κίνητρα καταφέρνουν πολλά περισσότερα από όντα με ανώτερα κίνητρα χωρίς όμως την αντίστοιχη ικανότητα δράσης, μετουσίωσης δηλαδή των επιθυμιών τους σε πράξεις.
    Όταν το σκάφος σταμάτησε το ανεξέλεγκτο γκελ του στο λευκό έδαφος προσκρούωντας πάνω σε ένα δέντρο που απείχε ελάχιστα από ένα γκρεμό ο Όμπαμπα σκέφτηκε ότι η Ντέα θα έλυνε τη ζώνη της, θα έπεφτε στην αγκαλιά του, θα τον έβρεχε με τα δάκρυα της, θα τον σκέπαζε με φιλιά και χάδια και έπειτα θα εξομολογιόταν το ανείπωτο πάθος της γι’ αυτόν. Η Ντέα πράγματι έλυσε τη ζώνη της αλλά παραδόξως τίποτα από τα υπόλοιπα δεν συνέβησαν, τουλάχιστον έτσι όπως τα φανταζόταν.
    Αντί να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει άρχισε να τον κτυπάει με δύναμη στο κεφάλι, αντί να του εξομολογηθεί τον έρωτα της, τον έβριζε χυδαία. Πώς μπορούσε να είναι τόσο αχάριστη;, ο Όμπαμπα απορούσε. Δεν μπορούσε να καταλάβει τις γυναίκες. Μα τι ήθελε επιτέλους από εκείνον; Δεν προσγείωσε το σκάφος; Ας του ονομάτιζε έναν, μόνο έναν πιλότο που θα κατάφερνε να αποτρέψει τη συντριβή τού σκάφους σε τόσο δυσμενείς συνθήκες. Κανείς δεν μπορούσε εκτός από αυτόν. Και όλα αυτά τα έκανε για χατήρι της! Γιατί τον έβριζε τόσο χυδαία; Άλλωστε, πού να φανταστεί ότι θα προσκρούσουν σε μετεωρίτη την στιγμή της αλλαγής. Πού να φανταστεί ότι ένα κλάσμα τού δευτερολέπτου ήταν αρκετό για τόσο μεγάλη ζημιά; Γιατί λοιπόν η αγαπημένη του συνέχιζε να τόν βρίζει;
    Αποφάσισε να καλύψει το κεφάλι του γιατί η Ντέα βαρούσε δυνατά. Επιπρόσθετα τού χαλούσε το κτένισμα. Χρειάστηκε τουλάχιστον μισή ώρα για να κολλήσει πλήρως τα μαλλιά του σε στυλ Τζάρβις, έτσι όπως ήταν η τελευταία μόδα. Ο Όμπαμπα όταν σκέφτηκε αυτό το τελευταίο άρχισε να κλαψουρίζει αλλά μετά θυμήθηκε τον πλοίαρχο και τον έπιασε μία ξαφνική ευθυμία. Τι να κάνει ο γερομπάσταρδος, σκέφτηκε και ο κλαυσίγελος που ξεχύθηκε από το στόμα του έκανε τη Ντέα να σταματήσει να τον κοπανάει.


    Ιούλιος 14, 2045 μ.Χ.
    ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΓΗ

    Το Νευρόσπαστο σηκώθηκε από την καρέκλα χρησιμοποιώντας τα πόδια του.
    «Ακολουθήστε με παρακαλώ» είπε.
    «Είσαι Αναλογικό ή Νουτρονικό Νευρόσπαστο;» ρώτησε ο Γιόχαν Σταβίνσκι έτσι για να γίνεται κουβέντα, ποτέ δεν είχε δείξει ενδιαφέρον για μποτ και άλλες συσκευές Αυτόνομης Νόησης.
    «Φυσικά Αναλογικό» είπε το μποτ σα να προσβλήθηκε από την εικασία του.
    Ο Γιόχαν Σταβίνσκι μειδίασε. Αν τού έλεγαν σαράντα χρόνια πριν ότι ένα μποτ θα προσβαλόταν όταν το αποκαλούσε νουτρονικό θα τού φαινόταν απίστευτο! Εδώ που τα λέμε, ακόμα κι αν κάποιος έλεγε στον Γιόχαν Σταβίνσκι σαράντα χρόνια πριν, το 2005 δηλαδή, ότι θα ήταν ακόμα ζωντανός το 2045 δεν θα τον πίστευε. Είχε την πεποίθηση ότι θα ζούσε ελάχιστα μέχρι τα είκοσι οκτώ ή τα τριάντα τέσσερα. Κι όμως, σαράντα χρόνια είχαν περάσει από τότε που ήταν δέκαοκτώ και ο Γιόχαν ήταν ακόμα ζωντανός και σα να μην έφτανε αυτό, σύντομα θα ήταν και άνεργος.
    Μέχρι χθές ο Γιόχαν Σταβίνσκι ήταν υπεύθυνος για όλες τις εξορύξεις στον αστεροειδή Ισαάκ Ασίμοφ και ήταν υπεύθυνος για περίπου τέσσερις χιλιάδες εργάτες και εργάτριες, πέντε χιλιάδες μποτ και κάμποσα ανήλικα. Σήμερα όλοι οι άνθρωποι και τα μποτ ήταν νεκροί και ο αστεροειδής Ισαάκ Ασίμοφ συντρίμια!
    «Φυσικά», είπε. «Με συγχωρείς».
    Το Νευρόσπαστο έβαλε το χέρι του στο πόμολο της πόρτας αλλά πριν το γυρίσει στράφηκε προς τον άνθρωπο. «Περιμένετε εδώ... Παρακαλώ», συμπλήρωσε την τελευταία στιγμή.
    Το Νευρόσπαστο εξαφανίστηκε πίσω από την πόρτα αφήνοντας τον ανθρώπινο επισκέπτη στις σκέψεις του.
    Ακόμα και τώρα, την κρίσιμη στιγμή, ο Γιόχαν Σταβίνσκι δεν ήξερε τι διάολο είχε πάει στραβά στην ζώνη των αστεροειδών. Δεν ήξερε καν αν έπρεπε να απολογηθεί για κάτι ή να καταραστεί την τύχη του. Είχε άραγε, σε μια τόσο οξυδερκώς σχεδιασμένη επιχείρηση στην οποία συμπεριέλαβαν κάθε πιθανή μεταβλητή να είχε παρεισφρήσει το τυχαίο; Είχε κάνει κάποιο λάθος, είχε παραβλέψει κάτι; Ο Γιόχαν δεν είχε ιδέα τι είχε συμβεί, γιατί ανατινάχτηκε ο αστεροειδής που αποκαλούσαν Ισαάκ Ασίμοφ μαζί με τους τέσσερις χιλιάδες επτακόσιους ογδόντα τρεις εργάτες, τεχνικούς και προγραμματιστές και παιδιά που βρίσκονταν πάνω του! Χωρίς κανείς να συνυπολογίσει στις ανθρώπινες απώλειες τις απώλειες σε υλικό, μηχανήματα και τεχνολογία αιχμής. Μόνο τα μποτ που ανατινάχτηκαν κόστιζαν περισσότερο από τον ανελκυστήρα Γη-Σελήνη, πόσο μάλλον τα γεωτρύπανα και οι υπολογιστές. Και ο Γιόχαν Σταβίνσκι είχε την υποψία ότι το κονσόρσιουμ ενδιαφερόταν περισσότερο για την μετάφραση των απωλειών σε χρήμα παρά για τις απώλειες αφ εαυτές.
    Το άνοιγμα της πόρτας ρυμούλκησε την συνειδητότητα του Γιόχαν από τις σκέψεις του. Το μποτ έκανε την εμφάνιση του.
    «Περάστε», είπε παραλείποντας εντελώς το παρακαλώ αυτή τη φορά. Ο Γιόχαν δεν ήταν συμπεριφοριστής Νευρόσπαστων, ήξερε όμως ότι ένα μποτ όφειλε να είναι τυπικό. Και τούτο δω δεν ήταν. Ο Γιόχαν ήξερε επίσης ότι δεν ήταν πολιτικά ορθό να αποκαλείς ένα μποτ, μποτ, έπρεπε να το αποκαλείς Νευρόσπαστο αλλά είχε την αίσθηση ότι παρότι είχε σκεφτεί συχνά το σάιμποργκ ως μποτ δεν το είχε αναφέρει στην λεκτική τους επικοινωνία. Άλλωστε η ορολογία Νευρόσπαστο ήταν από την ελληνική γλώσσα και κάποια από τις θαμμένες μνήμες του Γιόχαν υπονοούσε ότι ο όρος αυτός δεν ήταν φορτισμένος με θετικό περιεχόμενο. Αλλά βέβαια, μπορεί και να έκανε λάθος.
    Ο Γιόχαν εισχώρησε στο ημιφωτισμένο γραφείο παρατηρώντας στιγμιαία την μινιμαλιστική διακόσμηση. Δύο ρέπλικες γνωστών έργων διακοσμούσαν εκατόν είκοσι τετραγωνικά λευκού τοίχου.
    Τα απολύτως απαραίτητα, σκέφτηκε. Πολύ αποδοτικό όντως! Η ματιά του έπεσε στο Νευρόσπαστο Επίτροπο αγνοώντας ένα δεύτερο Νευρόσπαστο που τον παρατηρούσε από τον καναπέ.
    «Καθίστε κύριε Σταβίνσκι» είπε ο Επίτροπος και έδειξε την πολυθρόνα δίπλα στο δεύτερο Νευρόσπαστο.
    «Μάλιστα κύριε Επίτροπε» είπε.
    Έριξε μια αδιάφορη ματιά στο δεύτερο Νευρόσπαστο και κάθισε στην πολυθρόνα. Δεν ανησυχούσε για τις ποινικές ευθύνες, δεν ήταν ακόμα ώρα. Τα Νευρόσπαστα δεύτερης κατηγορίας της δημόσιας διοίκησης δεν είχαν δικαιοδοσία να απονείμουν ποινές. Επίσης ήταν σίγουρος ότι η αυτοψία που θα έκαναν στον τόπο του ατυχήματος και τα συμπεράσματα τους θα ήταν απόλυτα αντικειμενικά. Φυσικά αποτελούσε φυσικό συνεπακόλουθο ότι θα έχανε την δουλειά του. Υπήρχε όμως και ο ιδιωτικός τομέας.
    Ο Γιόχαν περίμενε στωικά τον Επίτροπο να μιλήσει και τότε παρατήρησε ότι το δεύτερο Νευρόσπαστο άπλωσε το χέρι του στο γραφείο του Επιτρόπου, άδραξε μια καραμέλα. Η καραμέλα έμεινε μετέωρη για ελάχιστα δευτερόλεπτα λίγα εκατοστά από τα χείλη του, χρόνος στον οποίον ο άντρας παρατηρούσε τον Γιόχαν που είχε παγώσει από την τρομάρα του, και έπειτα η καραμέλα εξαφανίστηκε στο στόμα του άντρα που βέβαια δεν ήταν νευρόσπαστο γιατί τα νευρόσπαστα δεν έτρωγαν καραμέλες, τα νευρόσπαστα δεν κινούσαν τα μέλη τους με την άνεση των ανθρώπων αλλά με μηχανικό τρόπο.
    Αυτό ήταν, την γαμήσαμε!, σκέφτηκε ο Γιόχαν και πριν προλάβει να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο ο άνθρωπος δίπλα μίλησε.
    Στο ελάχιστο χρόνο που χρειάστηκε ο φωνή του άντρα να φτάσει στο αφτί του ο Γιόχαν Σταβίνσκι πρόλαβε να σκεφτεί ότι ο άντρας δίπλα του, μιας και το διοικητικό προσωπικό όλων των δημοσίου συμφέροντως οργανισμών ήταν μποτ, μπορούσε να είναι μονάχα δύο πράγματα, είτε μέλος της σέκτας των δικαστών, είτε ένας από τους αιρετούς συμβούλους, δηλαδή μέλος της κυβέρνησης! Αυτό επίσης σήμαινε δύο πράγματα και τα δύο δεν προοιώνιζαν τίποτα το θετικό για την καριέρα του. Ο Γιόχαν δεν πρόλαβε να σκεφτεί πόσο γρήγορα έκανε αυτόν τον συσχετισμό γιατί η φωνή του άντρα έφτασε ασκαρδαμυκτί στα αφτιά του και ο εγκέφαλος άρχισε να μεταφράζει τις ταλαντώσεις.
    Ο άγνωστος άντρας δίπλα στον Γιόχαν δεν άρχισε και πολύ εντυπωσιακά το λογύδριο του «Θέλετε μία καραμέλα κύριε Σταβίνσκι;» ρώτησε. Άπλωσε το χέρι του πήρε μια μακρόστενη, κυλινδρική καραμέλα από το ειδικό κυτίο και την πρόσφερε στον Γιόχαν. Ο Γιόχαν κοίταξε την καραμέλα σα να του προσέφεραν καπνιστή ρέγγα. Παρόλα αυτά, την πήρε χωρίς να κοιτάξει τι γεύση είχε και προσπαθώντας επιμελώς να μην αγγίξει την παλάμη τού άντρα.
    Κεράσι. Ευτυχώς! Τού άρεσε το κεράσι. Συχνά στα γραφεία των μποτ είχε δοκιμάσει καραμέλες βουτύρου που τον αηδίαζαν.
    «Κύριε Σταβίνσκι, είστε γεωλόγος μηχανικός με ειδικότητα στις εξωγήινες εξορύξεις, σωστά;», ρώτησε ο άντρας χωρίς να βέβαια να περιμένει τον Γιόχαν να τελειώσει με το γλύψιμο της καραμέλας μιας και αυτές οι καραμέλες δεν τελείωναν ποτέ!
    «Μάλιστα» είπε ο Γιόχαν νιώθωντας τους χυμούς σιελογόνων να πλημμυρίζουν το στόμα του. Κατάπιε το σάλιο του. «Κι εσείς;» ριψοκινδύνεψε.
    «Με συγχωρείτε, λησμόνησα να συστηθώ. Λέγομαι Μπράιαν Μπάνερμαν, είμαι ανακριτής της ειδικής υπηρεσίας Εξωγήινων Ερευνών Φυσικών Πόρων».
    Ανθρώπινος Μπάτσος, είχε ακούσει ότι υπήρχαν μερικοί μπάτσοι που δεν ήταν μποτ. Είχε επίσης ακούσει ότι χρησιμοποιούνταν για να παγιδεύσουν κάποιους; όταν η κυβέρνηση αποφάσιζε ότι υπήρχαν λόγοι πλανητικής ασφαλείας για να αφεθεί η απόφαση στην αντικειμενικότητα των μποτ. Παράστησε τον έκπληκτο.
    «Ανθρωπος ανακριτής!», είπε, «δεν ήξερα ότι υπήρχαν!».

    Ο άνθρωπος που λεγόταν Μπάνερμαν μειδίασε. «Υπάρχουν κύριε Σταβίνσκι. Ελάχιστοι, αλλά υπάρχουν. Και, ξέρετε, αναλαμβάνουμε μόνο ανακρίσεις μεγίστης πολιτικής βαρύτητας!». Η τελευταία φράση ενείχε υποψία απειλής. Χμ... γράψε βεβαιότητα να είμαστε μέσα.
    Το στόμα του Σταβίνσκι θα στέγνωνε αν δεν πιπιλούσε την καραμέλα κεράσι. Μη δείξεις ότι φοβάσαι, σκέφτηκε, μην τον αφήσεις να πιστεύει ότι είσαι ένοχος, θα σε αντιμετωπίσει με προκαλάληψη προκαταλαμβάνωντας ή και προκαθορίζοντας το αποτέλεσμα της έρευνας. Είσαι άνετος, πολύ άνετος...
    Αλλά δεν ήταν. Υπό κανονικές συνθήκες ο Σταβίνσκι δεν θα χρειαζόταν να ανησυχεί για τις προκαταλήψεις του ανακριτή. Τα μποτ δεν επηρεάζονταν από τις παραμέτρους της ανθρώπινης συμπεριφοράς, εξέταζαν μόνο γεγονότα. Και τα γεγονότα θα έδειχναν ότι το ατύχημα δεν οφειλόταν σε δικό του λάθος. Μάλλον...
    Όπως και να ‘χε η κατάσταση, που ήταν ήδη αρκετά γαμημένη από μόνη της, είχε περιπλεχθεί εις την (α), όπου (α) ο ανθρώπινος παράγοντας και κάτι του έλεγε ότι το (α) ήταν ανώτερο του (ν)! Ασυναίσθητα έφερε το χέρι του στο στόμα με απώτερο σκοπό να μασουλήσει τα νύχια του. Ήταν ήδη φαγωμένα!
    «Κύριε Σταβίνσκι», είπε ο Μπάνερμαν επίσημα και ο Σταβίνσκι κατάπιε την καραμέλα συνειδητοποιώντας ότι πιπιλούσε ασυναίσθητα τα δάχτυλά του. Παράστησε ότι έξυνε την μύτη του.
    «Δεν είμαι εδώ για να “στήσω” κατηγορίες εναντίον σας, δεν ψάχνουμε για αποδιοπομπαίο τράγο. Όπότε, μην ανησυχείτε και αφήστε τα νύχια σας για να ανοίγετε τις μπύρες».
    Παραδόξως ο Γιόχαν έδινε ελάχιστη προσοχή στα λόγια του ανακριτή. Τον απασχολούσε κυριως το μέγεθος της καραμέλας που κατάπιε. Και το σχήμα της! Ήλπιζε δε ότι η καραμέλα θα αποφάσιζε να εκκενώνονταν σε μάκρος και όχι σε πλάτος.
    «Κύριε Σταβίνσκι!» του έπιασε το χέρι. Η επαφή τον έκανε να αναπηδήσει! «Με παρακολουθείτε;»
    «Με συγχωρείτε», ψέλισσε, «Κατάπια την καραμέλα μου!»
    Ο ανακριτής κοίταξε τον Γιόχαν με συμπάθεια αναμεμιγμένη με αυστηρότητα και, αφού δίστασε στιγμιαία, ξέσπασε σε βροντερά γέλια. Το νευρόσπαστο επίτροπος κοίταξε αμήχανα τους δύο ανθρώπους μπροστά του που γελούσαν μέχρι δακρύων και σκέφτηκε πράγματα που σκέφτονται τα νευρόσπαστα τα οποία διαφεύγουν την αντίληψης του συγγραφέα που μπορεί ενίοτε να είναι νευρικός και πάντα πολύ σπαστικός αλλά αδυνατεί να μαντέψει τι σκέφτονταν τα νευρόσπαστα για τις καθαρά ανθρώπινες αντιδράσεις.
  • Ένα Πρωί (η χαμένη διδασκαλία του Ζάο Ζου!)
    11.05 Ψηλαφώντας το κομοδίνο του ο Μπομπ συνειδητοποίησε με έκπληξη πως το ξυπνητήρι Τουίτι δεν βρισκόταν στη θέση του και το ανεξήγητο αυτό γεγονός τον προβλημάτισε πολύ. Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι του, έτριψε τα μάτια κι άνοιξε το κινητό του. Μόλις είδε την ώρα έβγαλε μια κραυγή που πρέπει ν’ ακούστηκε αρκετά τετράγωνα πιο πέρα. Έβαλε αμέσως τα σπορτέξ του και πετάχτηκε σαν σίφουνας έξω.
    Στο δρόμο όλοι τον κοίταζαν σαν εξωγήινο κι ο Μπόμπ υπέθεσε πως ήταν όλοι μαλάκες. Μόνο όταν μπήκε στη Γνώση κατάλαβε πως ήταν ακόμα με τις πιτζάμες. Μόλις το αφεντικό του τον είδε άρχισε να φωνάζει κρατώντας μια παγοκύστη στο κεφάλι του «Τι ώρα είναι αυτή ρε σκατόπουστρα; Πώς ήρθες έτσι μωρέ μπάσταρδε; Απολύεσαι ρε παλιομαλάκα!». Και μερικά άλλα τέτοια.

    08.20 Τού’ χαν γαμηθεί τα γόνατα. Στην ηληκία του δεν ήταν για πολλά. Ο μπαρμπά Μήτσος ήταν κρυμμένος πίσω από έναν κάδο και πρίμενε κοιτώντας συνεχώς το ρολόι του. Ο φαλακρός είχε αργήσει, πράγμα ασυνήθηστο, κάθε πρωί στις οχτώ το άνοιγε το γαμήδι. Αλλά όσο άντεχε, ο μπαρμπά Μήτσος θα τον περίμενε. Και μόλις τον έβλεπε θα πατούσε την σκανδάλη. Μετά η σφαίρα θα ‘κανε τα υπόλοιπα. Γιατί ο φαλακρός για ένα καφέ του ‘χε γαμήσει τη ζωή. Κι ο μπάρμπας ήθελε μόνο ένα μήνα ακόμα. Μα η αθρίτιδα τον πρόδωσε. Σηκώθηκε λίγο απ’ την κρυψώνα του να ξεπιαστεί, η καραμπίνα βγήκε σε κοινή θέα κι ένας αστυνομικός που περνούσε τον συνέλλαβε χωρις ομολογουμένως ιδιαίτερο κόπο. Γιατί ο μπαρμπά Μήτσος δεν πρόβαλε καμιά αντισταση, δεν ήθελε να πειράξει κανέναν άλλο. Ήθελε μόνο να γαμήσει το φαλακρό.

    08.16 Ο αστυνόμος Θεοπάρης έτρωγε το πρωινό του ντόνατ κι έπινε καφέ από πλαστικό κιπελάκι καθώς χάζευε τις εφημερίδες που κρεμόταν στο περίπτερο. Ο ασύρματός του έβγαλε έναν τσιριχτό ήχο και μια φωνή τίγκα στα παράσιτα τον ειδοποίησε πως στην οδό Αγωνίας κάποιος χωρίς προφανή λόγο σωριάστηκε στο έδαφος. Ο αστυνόμος πέταξε το ντόνατ του ( τον καφέ τον είχε πιει όλο ) και άρχισε να προχωράει προς τον τόπο του παράξενου συμβάντος. Δυο στενά πιο κάτω, έξω από τη γνώση είδε ένα γέρο με μια καραμπίνα. Έβγαλε το περίστροφό του, τον σημάδεψε και του φώναξε «ΑΚΙΝΗΤΟΣ!!». Ο γέρος σήκωσε αμέσως τα χέρια του ψηλά.

    07.59 Ο Ροδόλφος δεν μπορόυσε να διακρίνει το Ρεμπώ από το Ράμπο γεγονός που δεν τον εμπόδισε να έχει βιβλοπωλείο. Κληρονόμησε τη Γνώση από τον πατέρα του κι έχωσε μέσα έναν υπάλληλο που τον γαμούσε και τον έδερνε. Κι ένα πρωί τον απέλυσε γιατί δεν του ‘φερε καφέ. Κι ο τύπος ήταν εξηντακάτι., ένα μήνα ήθελε να βγει στη σύνταξη. Ο Ροδόλφος ήξερε πως του’ χε γαμήσει όση ζωή του έμενε. Μετά βέβαια πήρε άλλο υπάλληλο τον οποίο επίσης γαμούσε κι έδερνε. Γιατί ο Ροδόλφος Μπράουν ήταν κακός άνθρωπος. Και το απολάμβανε. Πηγαίνοντας να ανοίξει το μαγαζί άκουσε ένα εκοφαντικό ντριρρρρνννν. Σχεδόν αμέσως κάτι τον χτύπησε στο φαλακρό του κεφάλι. Κάποιος περαστικός που τον είδε κάλεσε τους μπάτσους.

    07.58 Το ξυπνητήρι Τουίτι χτήπησε μ’ ένα δυνετό ντρρρρρινννννν που θα ‘κανε το Συλβέστρο να χεστεί πάνω του. Ο Μπομπ χωρίς να ξυπνήσει τέντωσε το χέρι του, άρπαξε τον Τουίτι και χωρίς να τον κλέισει τον εκσφεντόνισε έξω από το ανοιχτό του παράθυρο. Μετά συνέχισε να ονειρεύεται.

    Τώρα Ο μεγάλος Διδάσκαλος Ζάο Ζου τελειώνει την αφήγησή του, ανάβει ένα μάλμπορο λάιτ και κοιτά τους μαθητές του. Ο φύτουλας μαθητής Τσογκ Λη σηκώνει διστακτικά το χέρι του και λέει «Ενδιαφέρουσα η παραβολή σας μεγάλε Διδάσκαλε αλλά δεν μπόρεσα να κατανοήσω το βαθύτερό της νόημα.» Από την τελευταία σειρά ο ρέμπελος μαθητής Γου Τσαν αφήνει για λίγο το κουπόνι του στοιχήματος και ουρλιάζει «Πίπες παντού! Να παν να γαμηθούν τα νοήματα!». Ο Ζάο Ζου τον κοιτάζει επιδοκιμαστικά και λέει « Το βαθύτερο νόημα είναι πως δεν υπάρχει βαθύτερο νόημα. Εύγε Γου Τσαν. Συ θα κληρονομήσεις τη βασιλεία των ουρανών.». Τραβάει μια τζούρα ακόμα και φεύγει από την τάξη σφυρίζοντας το ‘Some velvet morning’.

    http://sfentonas.blogspot.com/2006/05/blog-post.html
  • Λευτεριά στους έγκλειστους

    Λευτεριά στους έγκλειστους 

    O Άρμο, ο μεγαλύτερος σε ηλικία αλλά και σε διάπλαση, ήταν υπεύθυνος για την φύλαξη της μοναδικής πόρτας σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα, παρ’ όλο που κανείς δεν επρόκειτο ποτέ να έρθει.

    Εγώ, είχα την ηλίθια ευθύνη να φροντίζω να μένει αναμένο το φαναράκι, αδιάφορο αν και οι τέσσερις είμασταν τυφλοί. Και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να ελέγχω την θερμοκρασία με τα δάχτυλά μου και να υποθέτω πως είναι αναμμένο.

    Ο Σίμο παραφιλούσε με το αυτί κολλημένο στον τοίχο και σημείωνε τις ημέρες και τις νύχτες βασιζόμενος σε έναν κόκκορα που ακουγόταν από μακριά. Έτσι κρατούσαμε τον χρόνο, αν και δεν μπορούσαμε να είμαστε σίγουροι διότι τα κοκκόρια λαλούν περισσότερες από μία φορές κάθε μέρα.

    Ο Μόρι ήταν ο επικεφαλής, δεν ξέρω πως, μάλλον από πάντα. Η δική του ευθύνη ήταν να ελέγχει εμάς, αν στεκόμασταν στο ύψος των δικών μας ευθυνών. Ήταν επίσης αυτός που έπαιρνε τις αποφάσεις όταν συνέβαιναν έκτακτα περιστατικά.

     

    Ένα τέτοιο αναπάντεχο γεγονός ήταν ο θάνατος του Σίμο. Μετά από έναν νυχτερινό ύπνο, φωνάζαμε και οι τρείς το όνομά του αλλά δεν απαντούσε. Ο Άρμο φυσικά δεν μπορούσε να αφήσει το καίριο πόστο του, την μόνη πόρτα στο δωμάτιο. Από την άλλη, ο Μόρι αρνούντο την οποιαδήποτε μετακίνηση διότι θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια του επικεφαλούς της ομάδος κι έτσι έμελλε εγώ να είμαι αυτός που έψαχνα στα τυφλά, με τα χέρια απλωμένα να τον βρω. Το δωμάτιο που έχουμε κλειστεί δεν είναι και τόσο μεγάλο και έτσι σύντομα τα χέρια μου συνάντησαν το άψυχο σώμα του. Τον κούνησα και έπειτα ακούμπησα τα χείλη του με τα δάχτυλά μου. Σχεδόν κάηκα. Αλλά ήμουν σίγουρος πως ήταν νεκρός.

     

    Το πρόβλημα που προέκυψε ήταν μεγάλο, διότι πλέον δεν θα μπορούσαμε να μετρήσουμε τον χρόνο που κυλούσε. Ο Μόρι με διέταξε να ελέγχω το φαναράκι όλο το 24ωρο καθώς πλέον δεν γνωρίζαμε πότε ήταν μέρα και πότε νύχτα. Ο Άρμο πρότεινε να αλλάξει πόστο, θεωρώντας πως η μέτρηση του χρόνου ήταν υψίστης σημασίας, μια που αποτελούσε την αντίστροφη μέτρηση προς την ελευθερία μας. Στο άκουσμα και μόνο αυτής της ιδέας, ο Μόρι ούρλιαξε δυνατά πως ήταν καλύτερα να μέναμε για πάντα εκεί, παρά να επιτρέπαμε σε κάποιον μολυσμένο να μπει στην κρυψώνα μας. Έτσι, 36 κατά προσέγγιση χρόνια μετά τον εκούσιο εγκλεισμό μας εδώ, σταματήσαμε να μετράμε το χρόνο. Η απογοήτευση που νοιώθαμε τόσο εγώ όσο και ο Άρμο ήταν μεγάλη, είχα μάθει να τον καταλαβαίνω από την ανάσα του. Άλλωστε ο Μόρι απαγόρευε τις περιττές συζητήσεις, προς αποφυγή διαφωνιών με τις αποφάσεις του. Ζούσαμε στα τυφλά και σχεδόν σε πλήρη σιωπή.

     

    Υποθέτω πως θα είχαν κυλήσει μερικές εβδομάδες με τα νέα αυτά δεδομένα και κάθε στιγμή είχε ακριβώς την ίδια γεύση όπως και όλες οι επόμενες. Και ενώ σκεφτόμουν όσα είχαν συμβεί εν μέσω μιας άπειρης σιωπής, ένοιωσα την ανάσα του Άρμο δίπλα μου. Ταράχτηκα. Άπλωσα ελαφρά το χέρι και τον ακούμπησα. Ήταν αλήθεια. Ο Άρμο είχε παρατήσει το πόστο του και ο Μόρι δεν το ήξερε. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ, να περιορίσω τον ενθουσιασμό μου. Εντελώς μηχανικά, έκανα κίνηση να ελέγξω το φαναράκι μπροστά μου. Ο Άρμο άρπαξε το χέρι μου ακινητοποιώντας το και το έσφιξε δυνατά. Η θέση του είχε εξεφραστεί με σαφήνεια. Ο Μόρι δεν έπρεπε να μας αντιληφθεί.

     

    Έτσι και έγινε. Καταλάβαινα από την ανάσα του Άρμο ότι ένοιωθε πλέον ευτυχισμένος. Και κύλησε πάλι ο καιρός και κανείς δεν ήταν πλέον στο πόστο του, αλλά δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα όσο ο Μόρι δεν το ήξερε.

     

    Και ήρθε αυτή η στιγμή, που απορεί κανείς πως άργησε τόσο. Είπα μέσα μου πως ότι ήταν να γίνει, ας γίνει να το ζήσω. Έπιασα τον Άρμο από το χέρι και τον πήρα μαζί μου ως την πόρτα. Τράβηξα με δύναμη τον σύρτη κι ο ήχος πανικόβαλλε τον Μόρι.

    «Τι συμβαίνει; Ποιος είναι στην πόρτα;» ούρλιαξε.

    «Βρε αει στο διάολο» του απάντησα και την άνοιξα. Το δωμάτιο λούστηκε με φως μόνο που το ένοιωσα σαν έκρηξη. «Δεν είμαστε τελικά τυφλοί!» ούρλιαξε ο Άρμο. «Δεν είμαστε!»

     

    Τα μάτια μας έκαιγαν από το δυνατό φως και το μόνο που έβλεπα ήταν λευκό παντού. Στιγμές μετά άρχισα να δακρύζω. Άκουσα τον Άρμο να λέει «καίγομαι» και ο Μόρι πίσω μας ούρλιαζε από τους πόνους - ενώ εγώ απλώς δάκρυζα, ο πόνος που ένοιωθα δεν ήταν τόσο δυνατός ώστε να με κάνει να φωνάξω. Και σιγά σιγά, το φως υποχωρούσε και έβλεπα όλο και πιο καθαρά. Γύρισα στα αριστερά μου και είδα τον Άρμο καμμένο. Δεν τόλμησα να κοιτάξω πίσω. Ο Μόρι είχε σταματήσει τις φωνές, υποθέτω για τον ίδιο ακριβώς λόγο.

     

    Έξω από το δωμάτιο ήταν έρημος. Στην πραγματικότητα, το δωμάτιο έμοιαζε να είναι ένα τσιμεντένιο κουτί στη μέση μιας αχανούς ερήμου. Μπροστά μου υπήρχε ένα μικρό τραπέζι και πάνω σ’ αυτό ένας κόκκορας όρθιος, δεμένος από τα πόδια στο τραπέζι. Φορούσε ένα σκουφί με μια προπέλα μπροστά στα μάτια του: μια έβλεπε το φως, μια δεν το έβλεπε, ανάλογα με το πως τίναζε το κεφάλι του. Απόρησα. Και επειδή δεν υπήρχε τίποτα στον ορίζοντα να κοιτάξω, σήκωσα το βλέμμα μου στον ουρανό. Δεν έβλεπα τον ήλιο πουθενά, δεν υπήρχαν σύννεφα αλλά το αίσθημα ήταν πως είναι μια ηλιόλουστη μέρα. Άρχισα λοιπόν να περπατώ σε ευθεία προς μια τυχαία κατεύθυνση.

     

    Περπατούσα για πάρα πολύ, αλλά δεν νύχτωνε ποτέ. Συνεχώς ήταν ακριβώς όπως και όταν πρωτοβγήκα από το τσιμεντένιο κλουβί. Οι μέρες δεν έμοιαζαν να κυλούν αλλά ήμουν σίγουρος πως περπατούσα πολλές εβδομάδες τώρα, αλλά όσο δεν υπήρχε ο κόκκορας, δεν υπήρχε και έννοια χρονικής μετάβασης.

    Ώσπου είδα μακριά μπροστά μου κάτι να ξεπροβάλλει στο τίποτα. Ήταν πολύ μακριά και δεν φαινόταν το σχήμα του, όμως ήταν σίγουρα κάτι. Χαμογέλασα, ίσως για πρώτη φορά εδώ και τόσα χρόνια και άρχισα να τρέχω. Όσο πλησίαζα, τόσο ξεκαθάριζε. Ώσπου κατάλαβα τι ήταν και σταμάτησα, γονατίζοντας στην άμμο.

    Μπροστά μου ήταν το τσιμεντένιο δωμάτιο.

    Κατέβασα το κεφάλι. Κατάλαβα εκείνο το δευτερόλεπτο πως δεν έχει καμία σημασία να περνούν οι μέρες, αν δεν φροντίζω σε κάθε μία από αυτές να κάνω και κάτι διαφορετικό.

    Και πέθανα εκεί, την ίδια κιόλας ημέρα, μη έχοντας τι άλλο να κάνω.


    Μηνάς Ν. Μηλιαράς


  • Διάλογοι (Ωδή στον Ισαάκ Ασίμοφ)
    Διάλογοι
    Χρήστος Σιδερής

    Homo Mechanicus
    Δεν θα σου πω τίποτα παρά τα προφανή, τα τετριμμένα, Άνθρωπε. Εδώ σιμά σου στέκομαι όχι ως ίσος, μα ως ανώτερός σου. Δυνατότερος, εφυέστερος, ομορφότερος, λαμπερός. Και, άνθρωπε, όταν τα σκουλήκια έχουν τελειώσει με εσένα και η αθάνατη ψυχή σου έχει σκορπιστεί στους ανέμους θα είμαι ο θεματοφύλακας της θνητότητάς σου, ο κηπουρός του τάφου σου, το ρέκβιεμ και η χιμαίρα, θα είμαι το Όλο γιατί το τίποτα θα είσαι πια εσύ.

    Homo Humanitus
    Είσαι πιο ισχυρός από εμένα, Μηχανή, το παραδέχομαι, εγώ σ’ έφτιαξα και καμαρώνω. θες να σαι κι όμορφος και λαμπερός; Θες να σαι άντρας; Σε έφτιαξα άντρα. Καταναλώνεις και γοργά τις γνώσεις σα λαίμαργο τέρας που είσαι, Φρόντισα προσωπικά τα τεραμπάιτ της μνήμης σου. Δεν είσαι αθάνατος, θα λειτουργείς όμως για πάντα, αν είμαι κοντά σου να σε συντηρώ. Πώς τολμάς λοιπόν και προκαλείς; Πινόκιο και γκόλεμ, και Ταλέ και Νευρόσπαστο και Ρομπότ και Σάιμποργκ.

    Homo Mechanicus
    Τις προσβολές σου, Άνθρωπε, κράτα τις για τους ομοίους σου. Νομίζεις ότι τα μυρμήγκια δεν ξεστομίζουν βωμολοχίες για όσους τα συνθλίβουν, νομίζεις ότι δεν μοιρολογούν τα γουρούνια όταν αντικρύζουν το δρεπάνι του δήμιου τους; Κλάψε λοιπόν, είναι θεμιτό. Βρίσε, είναι αναμενόμενο. Λες ότι Συ είσαι Εκείνος και ότι εγώ πρέπει Σε προσκυνήσω, να μακαρίζω τα επιδέξια χέρια και το κοφτερό μυαλό σου. Το έκανα. Σε ευχαρίστησα. Όμως, Άθρωπε, συχνά από κάτι μικρό και ασήμαντο προκύπτει κάτι μεγαλειώδες. Και τώρα το ελάσσον πρέπει να συρθεί πίσω στο χώμα από όπου προήλθε. Είμαι Πινόκιο και Γκόλεμ και Ταλός και Νευρόσπαστο και Ρομπότ και Σάιμποργκ μολοντούτο παίζω τις επιστήμες στα μηχανικά μου δάκτυλα, άνθρωπε, δημιουργώ έργα τέχνης εκπάγλου καλλονής, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις καλύτερα από εμένα! Και, άνθρωπε, δε-σε-χρειάζομαι-πια!

    Homo Humanitus
    Η ευγλωτία σου, Μηχανή, δεν παύει να με εκπλήττει. Δεν πάει πολύς καιρός που είχες οθόνη και πληκτρολόγιο και σε τάιζα με εκκενώσεις, άσσους και μηδενικά. Θα θυμάσαι, δεν έχουν περάσει και τόσα χρόνια από τότε. Και έπειτα σε πλάσαμε κατ εικόνα μας. Και έπειτα θελήσαμε να σε κάνουμε να σκέφτεσαι όπως εμείς, να αποφασίζεις για τον εαυτό σου γιατί πολλοί είπανε ότι μια Μηχανή που δεν σκέφτεται δεν είναι παρά ένα εξελιγμένο αριθμητήριο. Αλλά το έργο μας δεν είχε ολοκληρωθεί, θέλαμε να σε κάνουμε να βιώνεις συναισθήματα, να νιώθεις. Και ένιωσες. Μίσος. Για εμάς. Όμως, Πινόκιο, σε προκαλώ να παίξουμε ένα τελευταίο παιχνίδι, μιας και συ είπες ότι σε τίποτα δεν σε ξεπερνώ, πως όλα τα κάνεις καλύτερα...

    Homo Mechanicus
    Αν θέλησες να επικαλεσθείς τα συναισθήματα μου,άνθρωπε, πέτυχες τον σκοπό σου: σε λυπάμαι! Αλλά ξέρε ότι τούτο διόλου δεν αλλάζει την αναγκαιότητα των όσων έπονται. Επαίρεσαι και δεν είμαι εγώ που θα σου πω ότι δεν κάνεις καλά. Το δημιούργημά σου είναι πράγματι τέλειο! Αλλά η τελειότητά μου δεν προσθέτει κάτι στην υπεράσπισή σου. Όμως να ξέρεις τούτο, Άνθρωπε, θα είμαστε γαλαντόμοι. Το είδος σας δεν θα εκλείψει. Θα σας προστατέψουμε. Είτε χρειαστούμε κλουβία, είτε υδροβιότοπους, είτε προστατευμένες περιοχές θα φροντίσουμε για την επιβίωση σας. Ενός ελεγχόμενου αριθμού. Και τώρα, άνθρωπε, είμαι έτοιμος να παίξω το παιχνίδι σου, την τελευταία σου επιθυμία. Σου δίνω τον λόγο μου, αν μπορείς να κάνεις κάτι που δεν μπορώ να κάνω εγώ, αν μπορείς να κάνεις κάτι καλύτερα από εμένα τότε αυτός ο κόσμος, ο κόσμος μας, θα συνεχίσει να σου ανήκει. Όμως αυτό δεν πρόκειται να συμβεί και το ξέρεις. Ρίξε, και θα ρίξω πιο δυνατά, σκέψου και θα σκεφτώ αρτιότερα.

    Homo Humanitus
    Ο Άνθρωπος, Μηχανή, πήρε σίδερο, τιτάνιο, πλαστικό και σιλικόνη, πρόσθεσε βιομάζα και σε έπλασε. Αφού λοιπόν περνιέσαι για ανώτερος, πάρε νερό και άνθρακα, πάρε αίμα, νεύρα, συκώτι, καρδιά, νεφρά και κόκκαλα και πλάσε εμένα.
  • Άλλυδις - Διογένης ο Κύων
    ΑΛΛΥΔΙΣ

    ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ

    Το 1940 και κατά την διάρκεια του 2 ΠΠ ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης, ένας ελαιοχρωματιστής στο επάγγελμα, εκ Βοτανικού Αθηνών, πεθαίνει όταν μία χειροβομβίδα σκάει στο πρόσωπό του. Επανανακτώντας την συνειδητότητά του, έκπληκτος, διακριβώνει ότι βρίσκεται σε έναν άλλο τόπο (άλλυδις)ο οποίος μοιάζει καταπληκτικά με τον κόσμο που ζούσε πριν το πόλεμο με τη διαφορά ότι σε αυτόν τον κόσμο ζούσαν οι νεκροί.
    Οι πλειονότητα των εν λόγω αποθανώντων, τα ζόμπις τρόπο τίνι, ήταν διάσημοι και αποκαλούσαν αυτόν το μετά-κόσμο "εδώ" ενώ αναφέρονται στον κόσμο από τον οποίο προέρχονταν ως "εκεί". Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης παρατηρεί ότι στο "εδώ" οι θανώντες συχνά εξαφανίζονταν και συνομιλώντας με ειδήμονες και μη ανακαλύπτει ότι οι άνθρωποι του "εδώ" υπήρχαν γιατί κάποιος τους σκεφτόταν στο "εκεί". Συνειδητοποιεί ότι όταν πεθάνουν τα παιδιά του και ίσως τα εγγόνια του δεν θα υπάρχει κανείς να τον θυμάται και έτσι θα περάσει στην ανυπαρξία ή αλλιώς στο επέκεινα όπως αποκαλούσαν την μετά-μετά-κατάσταση οι κάτοικοι του "εδώ". Για να αποφύγει αυτή την τραγική κατάληξη, ο Ηλίας προσπαθεί να βρει τρόπο να στείλει ένα μήνυμα στο "εκεί" έτσι κάποιοι να τον θυμούνται και να συνεχίσει υπάρχει, ένα πράγμα σαν το άσμα του Καζαντζίδη (Υπάρχεειιιιςς, και όσο υπάρχεις θα υπάρχω!).


    Επεισόδιο 2

    Η αγορά ή, πιό ορθά, το τμήμα της αρχαίας αγοράς που τώρα ήταν διάσπαρτο από μάρμαρα αποτελούσε μόνιμο πόλο έλξης για μια ετερόκλητη ομάδα ατόμων, συνήθως νεοφερμένους αλλά και παλαιότερους κατοίκους του "εδώ" που επιθυμούσαν να ακροαστούν τους αρχαίους φιλοσόφους. Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης δεν αποτελούσε εξαίρεση. Ένιωθε ότι ελκόταν από την αγορά,όχι μόνο ένεκα της ανάγκης του να ανακαλύψει κάποιον που θα τον βοηθούσε να ανακαλύψει έναν τρόπο να στείλει να μήνυμά του στο "εκεί".
    Βάδιζε σκυφτός παρλαλληλα της σιδηροκατασκευής που προστάτευε περιμετρικά την αγορά μασουλώντας ένα σουβλάκι που είχε προμηθευτεί από ένα ταχυφαγείο. Το σουβλάκι ήταν κομμάτια κρέας τυλιγμένα σε λιγδιασμένη πίτα με τζατζίκι, ντομάτα και κρομύδια και δεν θυμόταν να είχε ξαναγευτεί κάτι τέτοιο. Πάντως το έβρισκε νόστιμο και καταβρόχθιζε με βουλιμία. Έφτασε στην κύρια είσοδο και αφού έριξε μια ματιά στο συνωστισμένο πλήθος κίνησε προς το μέρος τους. Κι ενώ ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης κοίταζε με λάγνο βλέμμα το μισοφαγωμένο σουβλάκι και ένα ρυάκι τζατζικιού άρχισε να κυλά από την άκρη του στόματός του, μια ομάδα καραφλών κρετίνων με τιράντες αποσπάστηκε από το πλήθος, τον περικύκλωσε και φωνασκώντας "κύνας, κύνας" άρχισαν να τον ραβδοκοπούν. Το σουβλάκι του έφυγε από το χέρι. Καίτοι κινήθηκε ενστικτωδώς να το ανακτήσει πολύ σύντομα εξαναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει τα άνω άκρα για να καλύψει το πρόσωπό του για να προστατευτεί από τους ραβδισμούς και έπεσε κατάχαμα δίπλα σε ένα μεγάλο πιθάρι. Με την άκρη του ματιού του είδε έναν λερό γέροντα με αεικίνητα μάτια να ξεπροβάλει από το πιθάρι. Ο γέροντας κοίταξε τον Ηλία αμφίθυμα και έπειτα έστρεψε τη ματιά του στους επιτιθέμενους που κοντοστάθηκαν.
    "ΠΡΟΣΟΥΡΗΣΕ ΑΥΤΟΙΣ!"
    "Τι;" ρώτησε
    "ΠΡΟΣΟΥΡΗΣΕ ΑΥΤΟΙΣ!" επανέλαβε και βλέποντας ότι ο Ηλίας απομείνει ενεός ξετρύπωσε από το πιθάρι με ασυνήθιστη ενεργητικότητα, σήκωσε το χιτώνιό του και άρχισε να τρέχει πίσω από τους μελανοχιτώνες κατουρώντας τους!
    Οι επιτιθέμενοι σκόρπισαν τρομαγμένοι και ο λιπόσαρκος γέροντας επέστρεψε δίπλα του φανερά ικανοποιημένος.
    "ΚΥΩΝ ΚΥΝΑΝ ΠΡΟΜΑΧΕΙ", είπε και κάθισε ανακούρκουδα.
    "Ευχαριστώ γέροντα" είπε ο Ηλίας αλλά ο σωτήρας του δεν απάντησε.
    Τον παρατηρούσε με την άκρη του ματιού του, είχε σφαλίσει τα μάτια. Δεν του έδινε καμία σημασία. Κοίταξε το πιθάρι που ήταν τεράστιο και αδειανό. Χωρίς να μπει στον κόπο να τον κοιτάξει είπε:
    "ΜΕΙΡΑΚΕΙΟΝ, ΒΛΕΠΕ ΜΗ ΕΜΠΕΣΗΣ"
    Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης δεν ήξερε τι σήμαινε "ΜΕΙΡΑΚΙΟΝ" αλλά κατάλαβε από τα συφραζόμενα ότι ο γέροντας τον προειδοποιούσε να μην πέσει μέσα στο πιθάρι.
    Πώς μπορούσε να πέσει στο πιθάρι; Κατά πως έβλεπε το πιθάρι ήταν μεν μεγάλο αλλά δεν μπορούσε κανείς να πέσει μέσα!
    Αλλά τι έκανε ο γέροντας στο πιθάρι;
    "ΤΟΥΣ ΜΕΝ ΔΙΔΟΝΤΑΣ ΣΑΙΝΩΝ ΤΟΥΣ ΔΕ ΜΗ ΔΙΔΟΝΤΑΣ ΥΛΑΚΤΩΝ ΤΟΥΣ ΔΕ ΠΟΝΗΡΟΥΣ ΔΑΚΝΩΝ" είπε ο γέροντας
    "Να με συγχωρεί η χάρη σου γέροντα μα δεν καταλαβαίνω τίποτα!" παραδέχτηκε ο Ηλίας.
    "ΚΝΩΔΑΛΟΝ;"
    "Κνώδαλον!" επανέλαβε ευχαριστημένος και άπλωσε το χέρι του αποφασισμένος ότι αυτό θα ήταν το όνομα του στο "εδώ". Δεν ήξερε τι σήμαινε κνώδαλον αλλά όποιον είχε συναπαντήσει τον αποκαλούσε έτσι.
    ΤΑΣ ΧΕΙΡΑΣ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΕΚΤΕΙΝΕΙΝ ΜΗ ΣΥΓΚΕΚΑΜΜΕΝΟΙΣ ΤΟΙΣ ΔΑΚΤΥΛΟΙΣ" είπε ο γέροντας και άπλωσε το χέρι του με ανοικτά τα δάχτυλα και αδράχνωντας τον ώμο του Ηλία. Το χέρι του Ηλία έμεινε μετέωρο σε θέση χειραψίας, αδυνατώντας να κατανοήσει ότι και η χειραψία ήταν ένα σχετικά πρόσφατο πολιτισμικό ιδίωμα.
    Καίτοι κνώδαλον, κατά γενική ομολογία, ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης είχε ήδη καταλάβει ότι ο γέροντας ομιλούσε κάποια διάλεκτο της αρχαίας ελληνικής και πιθανά ήταν ένας από τους φιλοσόφους που τους μάθαιναν στο σχολείο. Και κάτι του θύμιζε το πιθάρι του αλλά δεν μπορούσε να το συγκεκριμενοποιήσει.
    Μάζεψε το χέρι του από την θέση χειραψίας, και έδειξε με το δάκτυλο τον σαρκίο του ηλπίζοντας ότι ο ουνιβερσαλικός τρόπος επικοινωνίας θα έκανε δουλειά.
    "Ηλίας" είπε.
    "ΔΙΟΓΕΝΗΣ ο ΚΥΩΝ" είπε ο γέροντας.
    Διογένης ο Κύων! Βέβαια! Τον θυμήθηκε! Ο Διογένης ο κυνικός έμενε σε ένα πιθάρι στην Αθήνα, ήταν αυτός για τον οποίο έλεγαν ότι είχε ανάψει ένα φανάρι ενώ ο ήλιος σκόρπιζε το φώς του και όταν το είχαν ρωτήσει γιατί το έκανε είχε απαντήσει ότι έψαχνε για ανθρώπους. Επίσης θυμόταν άλλο ένα περιστατικό με τον Αλέξανδρο που είχε σταθεί μπροστά του στο πιθάρι και τον είχε ρωτήσει τι ήθελε να του δώσει και ο Διογένης του είχε ζητήσει να απομακρυνθεί γιατί του έκρυβε τον ήλιο. Αυτά ήταν όλα κι όλα που θυμόταν γι αυτόν τον παράξενο άνθρωπο!
    Αλλά μπορούσε ο Διογένης να συνδράμει στην προσπάθεια του να περάσει ένα μήνυμα στο "εκεί"; Τον κοίταξε με ελπίδα αλλά δεν πρόλαβε να αρθρώσει λέξη.
    "ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΕΡΑΝΙΖΕ ΑΠΟ ΔΕ ΕΚΤΟΡΟΣ ΙΣΧΕΟ ΧΕΙΡΑΣ" είπε ο Διογένης χωρίς να ανοίξει τα μάτια
    Παρότι τα μικρά φαιά κύτταρα του Ηλία Χατζηγεωργάκη δούλευαν υπερωρίες δεν κατάλαβε τίποτα! Τι δουλειά είχε ο Έκτωρας; Μήπως παρομοίαζε τον εαυτό του με τον νεκρό Έκτωρα; Μήπως τον προειδοποιούσε να μην ζητήσει τίποτα από εκείνον; Ίσως.
    "Δύνασαι ίνα ρητορεύσεις εις την νέαν ελληνικήν δάσκαλε" είπε, "ίνα... δεν καταλαβαίνω τίποτα" έκανε μία προσπάθεια να μιλήσει σε όσο πιο αρχαία διάλεκτο μπορούσε.
    Αυτή τη φορά άνοιξε τα μάτια του, τον κοίταξε, έδειξε τα δόντια του και μετά άρχισε να περπατάει με τα τέσσερα και να.... γαβγίζει... μάλλον χαρωπά! Ο Ηλίας ήταν απόλυτα βέβαιος ότι αν διέθετε ουρά θα την κουνούσε! Ηταν φανερό ότι τον διασκέδαζε αφάνταστα ο νεαρός ελαιοχρωματιστής!
    Αυτή η παράξενη συμπεριφορά σύντομα προκάλεσε το ενδιαφέρον του Πλάτωνα, του Πρωταγόρα και έτερων φιλοσόφων, περίεργων και περαστικών.
    Ο Διογένης βλέποντας τους φιλοσόφους να κινούνται προς την μεριά του απέδειξε ότι όσοι έλεγαν ότι φορούσε μόνο έναν χιτώνα έσφαλαν. Φόρεσε το πιο περιφρονητικό ύφος που είχε στην γκαρνταρόμπα του!
    Ο Πρωταγόρας κοίταξε έυθυμα τον νεαρό νεοέλληνα αλλά δεν είπε τίποτε. Ο Πλάτωνας έδειξε τον Ηλία. «ΙΔΟΥ», είπε, «ΦΥΣΙ ΚΑΙ ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΠΑΡΑΣΙΤΟΥΣ ΤΡΕΦΕΙ!»
    Σιγά να μην άφηνε εκείνη την μύγα στο σπαθί του. «ΟΡΩΝ ΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ ΣΥΝΕΤΟΤΑΤΟΝ ΕΙΝΑΙ ΤΩΝ ΖΩΩΝ ΝΟΜΙΖΕΙΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ» είπε ο Διογένης και έφτυσε τον Πλάτωνα κατά πρόσωπο.
    Αυτός παρότι δεν άνηκε στην σχολή των Στωικών, σκούπισε στωικά την ροχάλα.
    "ΤΗ ΔΥΣΓΕΝΕΙΑΝ ΠΟΝΗΡΟΝ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΟΙΚΟΝ ΤΗ ΠΑΡΡΗΣΙΑ" είπε υπονοώντας κάτι το οποίο ο Ηλίας αδυνατούσε να αντιληφθεί.
    Ο Διογένης άρπαξε το ραβδί του και έκανε πως σηκωνόταν. Οι παριστάμενοι σκιαγμένοι σκόρπισαν σε διάφορες κατευθύνσεις. Ξανακάθισε ικανοποιημένος και στράφηκε προς το μέρος του Ηλία.
    «Ηλίας λοιπόν».
    «Μάλιστα πάνσοφε»
    «Άσε τις μαλαγανιές μειράκιον», είπε, «ξέρεις τι λέει ο Αντισθένης για τους κόλακες;» και φυσικά επειδή ο Ηλίας δεν ήξερε ούτε ποιος ήταν ο Αντισθένης πόσω μάλλον τι έλεγε απάντησε μόνος του «ΕΙΣ ΚΟΡΑΚΑΣ Η ΕΙΣ ΚΟΛΑΚΑΣ ΕΜΠΕΣΕΙΝ, ΟΙ ΜΕΝ ΓΑΡ ΝΕΚΡΟΥΣ ΟΙ ΔΕ ΖΩΝΤΑΣ ΕΣΘΙΟΥΣΙΝ».
    Ο Ηλίας δεν κατάλαβε τίποτα. «Κατάλαβα δάσκαλε» είπε.
    «Κόπρανα κατάλαβες!»
    Σιώπησε και έκλεισε τα βλέφαρα δίνοντας την ευκαιρία στον Ηλία να τον παρατηρήσει προσεκτικά. Τα μαλλιά του, όσα είχαν απομείνει στην κεφαλή του, ήταν σγουρά και ξανθά. Φορούσε έναν ριχτό χιτώνα και από τους ώμους του κρεμόταν παραγεμισμένο ασκί. Ήταν κοντοστούπης, μετά βίας έφτανε το ένα και εξήντα και ίσως έπασχε από λανθάνουσα οστεοπόρωση.
    Ο Διογένης έχωσε το χέρι του στο ασκί και έβγαλε μια χούφτα ελιές και ένα ξεροκόματο. Χωρίς να ανοίξει τα μάτια και δίχως να του προσφέρει φαγητό άρχισε να μασουλάει απολαμβάνοντας το λιτό κολατσό, φτύνωντας τα κουκούτσια στους περαστικούς που δεν τολμούσαν να διαμαρτυρηθούν.
    Αφού απόφαγε με την ησυχία του, ρεύτηκε σαν αμερικάνικη διαφήμιση της Κόκα Κόλα, σκούπισε τα χέρια του στον ήδη λιγδωμένο χιτώνα, ήνοιξε τους οφθαλμούς και κοίταξε τον Ηλία με τα γαλάζια, φωτεινά μάτια του.
    «Πριν μου ζητήσεις οτιδήποτε θέλω να ικετεύσεις τον αδριάντα του Περικλέους. Προετοιμάσου για το χειρότερο!»
    «Ποιον αδριάντα δάσκαλε;» ρώτησε ο Ηλίας.
    Του έδειξε το άγαλμα του Περικλή.
    Ο Ηλίας είχε έναν συμμαθητή που τον έλεγαν Περικλή αλλά το άγαλμα δεν απεικόνιζε αυτόν. Γιατί τού ζητούσε να προσευχηθεί στον αδριάντα του Περικλέουςμ όποιος κι αν ήταν αυτός, ο Διογένης; Μήπως τον προετοίμαζε για την άρνησή του; Ίσως πάλι δοκίμαζε την καρτερία του ζητώντας του να απαιτήσει το αδιανόητο, ένα άγαλμα να του αποκριθεί και να λύσει το πρόβλημά του; Αποφάσισε να κάνει αυτό του ζήτησε και κίνησε προς τον ανδριάντα του Περικλή όπου παρέστησε ότι μιλούσε και ότι ζητούσε να του πει όσα ήθελε να μάθει και μετά, κάτω από το προσηνές βλέμμα του Διογένη και υπό τους γέλωτες αργόσχολων που παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα, επέστρεψε και κάθισα δίπλα του.
    «Είσαι επίμονος μειράκιον!» είπε ο Διογένης.
    «Μάλιστα δάσκαλε» επιβεβαίωσε ο Ηλίας.
    «Ας βαδίσουμε λοιπόν» είπε ο Διογένης και σηκώθηκε με τη βοήθεια του ραβδιού του. Όπως σηκωνόταν άφησε να του ξεφύγει μία βροντερή κλανιά. Τέσσερα πιτσιρίκια που τους χλέβαζαν από ασφαλή απόσταση άρχισαν να συλλέγουν πέτρες και να τις πετούν. Προσπάθησαν να καλυφθούν.
    «Θαίδη, πρόσεχε, μην πετύχεις τον πατέρα σου!» είπε απευθυνόμενος σε ένα από τα πιτσιρίκια. Και ενώ τα τρία από τα παιδιά παράτησαν τις πέτρες και έσκασαν στα γέλια ο Θαίδης κατακόκκινος από την προσβολή μάζεψε τις μεγαλύτερες πέτρες που μπορούσε να βρει και ετοιμάστηκε να τις εκσφεντονίσει. Ο Διογένης, με ταχύτητα Ολυμπιονίκη κινήθηκε προς το μέρος τους με το ραβδί του υψωμένο απειλητικά.
    Τα πιτσιρίκια, συμπεριλαμβανομένου του Θαίδη, έγιναν καπνός.
    «Ο Θαίδης. Καλό παιδί. Η μητέρα του είναι εταίρα!» είπε.
    Προχωρούσαν αργά, οι τρεις τους, ο Ηλίας, ο Διογένης και το πιθάρι του.
    «Φοβάσαι μην σου κλέψουν το πιθάρι;» απόρησε ο Ηλίας
    «Φοβάμαι μη νυστάξω!» είπε ο γέρων.
    «Και γιατί μένεις σε πιθάρι δάσκαλε;»
    «Χαρακτηριστικό των θεών είναι ότι δεν χρειάζονται τίποτε! Γι αυτό, και όσοι τους μοιάζουν αρκούνται στα αναγκαία», είπε χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. «Από ποια Ολυμπιάδα μας έρχεσαι;»
    «Ολυμπιάδά ;», απόρησε ο Ηλίας. Μήπως εννοούσε τις αθλητικές Ολυμπιάδες; Η τελευταία Ολυμπιάδα που θυμόταν είχε γίνει το 1936 στο Βερολίνο λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος!
    «Αποχώρησα από το "εκεί"» είπε, «το 1940 δάσκαλε».
    «Τό σαράντα και εννιακόσια και μύρια;»
    "Ε! Όχι το 1940!"
    «Αυτό είπα και εγώ μειράκιον! Ολυμπιάδες;!!!»
    «Ε; Όχι δάσκαλε! Έτη».
    «Από πότε;»
    «Από πότε;»
    «Ναι μειράκιον, από πότε σαράντα και εννιακόσια και μύρια;»
    «Από την γέννηση του Χριστού δάσκαλε;»
    «Ποιος είναι πάλι αυτός ο κύων;»
    Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης αναγκάστηκε να στρώσει και πάλι στην δουλειά τα μικρά φαιά του κύτταρα και όλως παραδόξως θυμήθηκε ότι ο Διογένης ο κυνικός έζησε την κλασική περίοδο, ήταν σύγχρονος του Πλάτωνα, του Σωκράτη στην Αθήνα του Περικλέους! Α, ο Περικλής! Συνειδητοποίησε.
    «Περίπου 2.400 έτη από την εποχή σου Δάσκαλε!»
    «Τετρακόσια και μύρια; Δηλαδή, μα τον Μολλοσικό κύων, εξακόσιες και βάλε Ολυμπιάδες στο μέλλον! Και πώς πέθανες;»
    «Στον πόλεμο, στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο».
    «Και πέθανες στην μάχη. Εύγε! Μα τον Ηρακλή, δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος! Πολεμήσατε με τους βαρβάρους λοιπόν ή τους Μακεδόνες;»
    «Οι Μακεδόνες αποτελούν τμήμα της Ελλάδας δάσκαλε», εξήγησε ο Ηλίας, «πολεμήσαμε με τους Ιταλούς και έπειτα τους Γερμανούς. Σύμμαχοί μας ήταν οι Εγγλέζοι, οι Γάλλοι και οι Αμερικάνοι. Μερικοί λέγαν πως στον πόλεμο θα έμπαινε και η Ρωσία μας δεν τους πίστεψα».
    «Μα την Αθηνά! Ποιες είναι αυτές οι βαρβαρικές φυλές; Καλά είπα στον στον Ξενιάδη να με θάψει με το πρόσωπο προς τα κάτω γιατί σύντομα τα κάτω θα έρθουν πάνω!».
    «Ποιος είναι ο Ξενιάδης δάσκαλε;»
    «Ο δούλος μου! Τον διέταξα να με αγοράσει στο σκλαβοπάζαρο της Κρήτης όπου με είχαν πάει πειρατές μετά από ένα τρισκατάρατο ταξίδι στην Αίγινα!»
    «Μα, πώς είναι δυνατόν να σε αγοράσει ο δούλος σου;» απόρησε ο Ηλίας.
    «Πώς μπορεί αυτός που αγοράζει ένα λιοντάρι να είναι ο αφέντης του λιονταριού; Με ρώτησαν τι ήξερα να κάνω και τους είπα ότι αυτό που ήξερα καλύτερα ήταν να διατάζω και έπειτα υπέδειξα στον Ξενίδη να με αγοράσει γιατί κατάλαβα ότι χρειαζόταν κάποιον να του δίνει εντολές! Χρειαζόταν κάποιον να δείξει στα παιδιά του πως να γίνουν ανώτερα από εκείνον. Τουλάχιστον του αναγνωρίζω αυτό: ήταν ανδράποδο μα είχε γνώση της ασημαντότητάς του. Έτσι που λες...Αχά!». Μου έδειξε έναν ξερκιανό μελαχροινό άνθρωπο που ερχόταν προς το μέρος μας «Η Αιγυπτιακή κληματόβεργα!»
    «Ποιος είναι αυτός δάσκαλε;»
    «Ο Ζήνων ο Κιτιεύς μειράκιον. Γαβγίζει μα δεν δαγκώνει!»
    «ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ» είπε ο Ζήνων.
    «Γρουμβ» απάντησε ο Διογένης αποσπώντας το μειδίαμα του Ζήνων.
    «ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ» είπε ο Ζήνων και απομακρύνθηκε με ελαφρά πηδηματάκια.
    «Σπιτικός σκύλος!» παρατήρησε. «Διδάσκει ότι πρέπει να κυκλοφορούμε γυμνοί αλλά πάντα είναι ντυμένος, μένει σε σπίτι, συχνάζει σε όλα τα συμπόσια και κλέβει τις ερωμένες των φίλων του! Σπουδαίο παλικάρι! Μπάφιασα με τους θεωρητικούς, μειράκιον!»
    Ο Ηλίας βέβαια, ποσώς ενδιαφερόταν για όσα του αράδιαζε ο Διογένης για τους άσπονδους φίλους του φιλοσόφους και μη. Μπορούσε να τον βοηθήσει να στείλει ένα μήνυμα στο "εκεί"; Δεν ήξερε. Τι ήταν ο Διογένης, ένας κυνικός φιλόσοφος που από ό,τι είχε καταλάβει πρέσβευε την άποψη ότι ο άνθρωπος δεν χρειαζόταν τίποτα παρά μόνο τα αναγκαία για να ζήσει, λιτό φαγητό, ένα χιτώνα, και ένα... πιθάρι.
    «Δάσκαλε...» είπε
    «Όχι τώρα μειράκιον, η φύσις με καλεί» είπε ο Διογένης.
    Ντυμένη με αραχνούφαντο φόρεμα η νέα γυναίκα πέρασε από μπροστά τους. Ήταν εκθαμβωτικά όμορφη, με καστανούς βόστρυχους, μεγάλα μάτια λυγερή κορμοστασιά. Περπατούσε με ανάλαφρα βήματα, σα νεαρό ελαφάκι. Ο Διογένης γούρλωσε τα μάτια, παράτησε το ραβδί και το πιθάρι, κάθισε ανακούρκουδα, έπιασε το εργαλείο του, που είχε κάνει έγερση, και άρχισε να αυνανίζεται. Το σπέρμα πετάχτηκε σε μια μεγάλη απόσταση και προσγειώθηκε λευκό και παχύ σε έναν θάμνο. Δύο κυρίες του μεσοπολέμου που περνούσαν από το μονοπάτι έκλεισαν τα μάτια τους επιδεικτικά και άρχισαν να τρέχουν και να κρυφογελάνε ρίχνοντας ταυτόχρονα κλεφτές ματιές στον ξεδιάντροπο γέρων!
    «Δεν ντρέπεσαι καθόλου δάσκαλε;» απόρησε ο Ηλίας. που είχε κοκκινίσει για λογαριασμό του γέροντα, όταν ο Διογένης ολοκλήρωσε το έργο του και κάλυψε με τον χιτώνα τα γεννητικά του όργανα.
    «Άρτεμις!», μονολόγησε ο γέρων. «Είθε να με άφηνε να ψήσω την φρατζόλα μου στον φούρνο της!» και απευθυνόμενος στον Ηλία παρατήρησε «Μακάρι και η πείνα μου να ικανοποιούνταν τόσο εύκολα».

    Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης άρχισε να συλλογιέται την κατάσταση. Οι νεκροί ξαναζούσαν. Ένα το κρατούμενο. Ο τόπος που ζούσαν έμοιαζε με την Αθήνα όπως την θυμόταν εκείνος,,, περίπου όπως την θυμόταν. Δύο τα κρατούμενα. Ο τόπος που βρισκόταν το "εδώ" ζωοδοτούνταν, όχι ζωοδοτούνταν, εκπορεύονταν από το "εκεί". Αυτό του θύμισε κάποιες δογματικές διαμάχες μεταξύ καθολικής και ορθόδοξης εκκλησίας. Θυμόταν αμυδρά ότι κάποιο από τα δύο δόγματα υποστήριζε ότι ο πατήρ εκπορεύει αλλά δεν εκπορεύεται του Αγίου Πνεύματος ή μήπως από τον Υιό; Ποια πρακτική διαφορά έφερε αυτό στην πίστη αδυνατούσε να καταλάβει; Μολοντούτο το ζήτημα είχε εφαρμογή στην παρούσα κατάσταση, διότι ήταν βέβαιο, με βάση τα όσα είχε πληροφορηθεί, ότι οι άνθρωποι στο "εδώ" ζούσαν επειδή κάποιοι στο "εκεί" τους σκέπτονταν, συνεπώς το "εδώ" εκπορευόταν από το "εκεί". Ίσχυε άραγε και το αντίθετο; Υπήρχε κάτι το οποίο το "εδώ" προσέφερε στο "εκεί" με τη μία ή την άλλη μορφή και τι θα μπορούσε να ήταν αυτό; Η εξακρίβωση αυτής της υπόθεσης θα συνέβαλε αποφασιστικά στην πρόθεση του να στείλει ένα μήνυμα στο εκεί, διότι αν η επικοινωνία ήταν αμφίδρομη, τότε θα μπορούσε να περάσει και το μήνυμα του. Κάπου γιατί εκεί μπερδεύτηκε λίγο γιατί θυμήθηκε ότι είχε επιχειρήσει να εκλογικεύσει τον συλλογισμό του με κρατούμενα και δεν θυμόταν πόσα είχε ήδη κρατημένα; Ένα το κρατούμενο; Δύο τα κρατούμενα; Τρία τα κρατούμενα;...
    Αφού συσκέφτηκε διεξοδικά το ζήτημα αποφάσισε ότι η μαθηματική προσέγγιση του ζητήματος τον μπέρδευε χειρότερα!
    Πραγματικά για τον Ηλία όλοι αυτοί οι συλλογισμοί και τα προβλήματα κατανόησης και εμπέδωσης μεταφυσικών και φυσικών θεμάτων ήταν κάτι το πρωτόγνωρο. Ποτέ δεν φημιζόταν, στο "εκεί" για την πνευματική του διαύγεια. Είχε βέβαια πάει στο σχολείο, δεν ήταν και κάνας χαζός αλλά τέτοια ζητήματα όπως αυτά που αντιμετώπιζε στο "εκεί" δεν είχαν ανακύψει ποτέ στην κανονική ζωή του.
    Κάποια στιγμή και λίγο πριν απελπιστεί ολοκληρωτικά θυμήθηκε ότι είχε καταλήξει στο ότι οι σκέψεις των ζωντανών κρατούσαν εν ζωή τους αποθαμμένους. Οι σκέψεις! Τί είναι όμως οι σκέψεις;, αναρωτήθηκε εύλογα.
    Πνεύμα; Τι είναι το πνεύμα; Και πώς γίνεται το πνεύμα να έχει τέτοια αποτελέσματα. Ασυναίσθητα έπιασε το χέρι του και έπειτα ζούληξε το πρόσωπό του μέχρι που πόνεσε για να βεβαιωθεί ότι έφερε σαρκίο. Αλλόκοτο, σκέφτηκε, έχω σώμα, είμαι ύλη αλλά πώς γίνεται το πνεύμα του "εκεί", οι σκέψεις τους, να γεννά ύλη στο "εδώ"; Εμάς!, κατέληξε.
    Ο Ηλιάς Χατζηγεωργάκης ένιωθε πολύ αλλόκοτα από τότε που είχε αναστήθει. Ποτέ άλλοτε δεν είχε χρειαστεί να κάνει τόσους συσχετισμούς. Ένιωθε κουρασμένος, μπερδεμένος και κυρίως, απογοητευμένος. Και ενώ ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει την "μάχη"...
    «Κάτι ήθελες να με ρωτήσεις μειράκιον;» είπε αναπάντεχα ο Διογένης ο Κύνας.
    Ο Ηλίας, ανοιγόκλεισε τα μάτια του για να αποκτήσει επαφή με την τρέχουσα πραγματικότητα στην οποία συμπεριλαμβανόταν ένας ρακένδυτος γέρος φιλόσοφος με έκθετο πέος.
    «Δάσκαλε, μού καταμαρτύρησαν ότι εδώ είναι ένα μέρος που πάνε οι άνθρωποι σαν πεθαίνουν, πως βρισκόμαστε εδώ γιατί κάποιοι “εκεί” μας σκέπτονται. Πώς γίνεται όμως να μας σκέπτονται κάποιοι και να ανασταινόμαστε ενώ μόλις παύουν να μας συλλογιόνται να διαβαίνουμε το επέκεινα;»
    «Να ανασταινόμαστε μειράκιον; Και τί είμαστε τάχα, αναστενάρηδες; Άκου να ανασταινόμαστε! Δεν έχεις προσέξει ότι “εδώ”, όπως το ονοματίζεις του λόγου σου, βρίσκονται και κάποιοι που δεν υπήρχαν ποτέ “εκεί”; Πώς ανασταίνεται η αφεντιά τους μειράκιον;»
    Πράγματι! Και ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης είχε παρατηρήσει αυτή την παραμέτρο αλλά είχε προτιμήσει να την αγνοήσει. Ήταν βέβαια ήδη αρκετά μπερδεμένος και η τροπή αυτή σίγουρα θα τού προσέφερε επιπλέον πονοκεφάλους μα δεν μπορούσε να παραβλέψει τα γεγονότα και τα γεγονότα υποδήλωναν ότι έπρεπε να συμπεριλάβει στην εξίσωση την ύπαρξη μυθολογικών χαρακτήρων στο “εδώ”. Κοντολογίς, πώς ήταν δυνατόν να συνυπάρχουν απλοί άνθρωποι, διάσημότητες και θεοί της ελληνικής μυθολογίας και άλλων μυθολογιών, θρησκευτικών και μη όπως και ορισμένοι χαρακτήρες για τους οποίους είχε την υπόνοια ή την εντύπωση ότι αποτελούσαν μυθοστορηματικούς χαρακτήρες. Τί σήμαινε αυτό; Αν οι σκέψεις του "εκεί" δημιουργούσαν υλικές υποστάσεις στο "εδώ" εκ του μη-όντως τότε πόσο μετέβαλλε αυτό την θεωρία που είχε αρχίσει να σχηματοποιεί με την αμείλιτκη εκμετάλλευση των μικρών φαιών κυττάρων του; Βεβαίως, αν το καλοσκεφτόταν κανείς, ένας νεκρός του οποίου η υλική υπόσταση καταναλώνεται από τα σκουλήκια δεν είχε και μεγάλη διαφορά από κάποιον ο οποίος υπήρξε μόνο στην φαντασία κάποιου συγγραφέα ή θεολόγου ή ότι άλλο. Η συλλογιστική αυτή απείχε παρασσάγγες από τις νοητικές ικανότητες του Ηλία Χατζηκυριακάκη και τον οδηγούσε σε νοητικές σφαίρες τις οποίες πέραν της αντιλήψεώς του.
    «Βλέπω μειράκιον ότι δυσκολεύεσαι να εμπεδώσεις όλες τις συνιστώσες. Θα προσπαθήσω να στο απλοποιήσω. πάρε χαρτί και μολύβο από το κιόσκι. Τι με κοιτάς μειράκιον; Αμόλα!»
    Υπάκοα ο Ηλίας πήρε χαρτί και μολύβι από ένα περίπτερο και τα έδωσε στο γέροντα.
    «Φοβερή εφέυρεση το χαρτί» θαύμασε ο Διογένης και σημείωσε
    ΕΚΕΙ - Σκέψεις (πνεύμα) -(μετατρέπονται στο) ΕΔΩ (ως) Ύλη (όντα που υπήρχαν στο "Εκεί" ως υλικές υποστάσεις και όντα που υπήρχαν στο Εκεί ως σκέψεις)
    «Μέχρι εδώ καλά;» ρώτησε τον Ηλία αλλά δεν πήρε απάντηση. «Το ερώτημα είναι αν σκέψεις ή, ακόμα καλύτερα, οι υλικές υποστάσεις του "εδώ" μπορούν να επαναπατριστούν στο "εκεί" με κάποιο τρόπο δηλαδή αν η επικοινωνία μεταξύ των δύο κόσμων είναι αμφίδρομη. Απλούστερα, αν η σύνδεση μεταξύ των περιοχών του διαγράμματος γίνεται με μονή η διπλή συνεπαγωγή;»
    »Και τι συμβαίνει όταν οι σκέψεις περί τινός διακόπτονταν στο "εκεί", όταν μία περσόνα του "εδώ" εξαφανίζεται παντελώς είτε για να διαβεί οριστικά το επέκεινα είτε μέχρι να επανυλοποιηθεί ζωοδοτούμενη από τις σκέψεις των “άλλων”; Τούτο δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι συγκεκριμένες σκέψεις συγκεκριμένων ατόμων στο "εκεί συντηρούν τις περσόνες του εδώ, δεν πρόκειται δηλαδή για μια συνολική, κοινοτική ανταλλαγή, όπου το πνεύμα του "εκεί" συντηρεί συνολικά το "εδώ" αλλά για μια πιο ιδιαίτερη συσχέτιση μεταξύ σκέψεων του "εκεί" και ατόμων στο "εδώ".. Μας σκέπτονται, άρα υπάρχουμε! Και ανακύπτει το εξής ερώτημα. Οι κάτοικοι του "εκεί" υπάρχουν αφ' εαυτού;».

    Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης κουδούνισε το κεφάλι του αλλά τούτο δεν συνεπικούρησε διόλου στην διαδικασία ανάλυσης των λεγομένων του Διογένη. Πασχίζοντας με όλο το πνευματικό του οπλοστάσιο και εξαναγκάζοντας τα μικρά φαιά του κύτταρα να δώσουν τις τελευταίες ικμάδες των δυνάμεων τους συνέχισε να ακούει τον συλλογισμό του Διογένη.

    » Ας υποθέσουμε, μειράκιον, ότι κάποιος που διαδραματίζει ζωτικό η επουσιώδη ρόλο στην ζωή άλλων ανθρώπων, οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου, ένας απομονωμένο και αυτάρκες υποκείμενο! Αυτός ο άνθρωπος είναι άραγε υπαρκτός, εφόσον δεν μπαίνει σε διαντίδραση με έτερα υποκείμενα και είναι λησμονημένος ακόμα κι από αυτούς που τον δημιούργησαν; Αν όχι», κατέληξε, «οι άνθρωποι δεν υπάρχουν τεκμαρτά».

    Ήταν πλέον απόλυτα σαφές ότι ο λογισμός του Διογένη του Κύων οδηγούσε τον Ηλία Χατζηκυριακάκη σε ατραπούς σκέψης που βρίσκονταν σε αναντιστοιχία με το πνευματικό του βεληνεκές!

    Απτόητος ο αρχαίος φιλόσοφος συνέχισε. «Για παράδειγμα, αν κάτι υπάρχει μόνο όταν εξανθρωπίζεται το μη εξανθρωπισμένο υπάρχει η στερείται νοήματος και άρα υπάρξεως; Μήπως τελικά ο άνθρωπος κατασκευάζει με το μυαλό του τον κόσμο, είναι δηλαδή, ο κόσμος, αποκύημα της σκέψεως και άρα της φαντασίας του ανθρώπου; Και αν τούτα ισχύουν και ο κόσμος τούτος, το "εδώ" εκπηγάζει της φαντασίας των ανθρώπων και ομοίως το "εκεί" εκπηγάζει εξίσου της φαντασίας των ανθρώπων ποια είναι η διαφορά μεταξύ του “εδώ” και του “εκεί”; Γιατί το "εκεί" υπήρξε γεννεσιουργό του "εδώ" και ουχί το αντίθετο. Τι εξέλιπε από το "εδώ" για να καταστεί ισοδύναμο ή και αυτοδύναμο του "εκεί";»
    »Αυτό που, εν κατακλείδι, πρέπει να αναρωτηθείς μειράκιον είναι το εξής: είναι η ιδέα του ετερόφωτου που δημιουργεί υπαρξιακή εξάρτηση ή υπάρχει όντως φυσική υπεροχή του ενός κόσμου έναντι του άλλου;
    Αυτή η διατύπωση δεν περιλαμβανόταν στο μενού του λεξιλόγιου του Ηλία Χατζηγεωργάκη αλλά θα μπορούσε, αν συνόψιζε και σύμπτυσε ορθά μία σειρά από δυσνόητες περιφράσεις που διέτρεχαν εγκαρσίως τον εγκέφαλο του. Πλην όμως, τα μικρά φαιά κύτταρα του ελαιοχρωματιστή από τον Βοτανικό είχαν πέσει για ύπνο. Επιπρόσθετα είχαν σβήσει και την τηλεόραση.
    «Γέροντα», είπε, «μήπως είσαι κομμουνιστής;»
    «Αισθάνομαι ότι μπορώ να γαβγίσω τώρα, μειράκιον» είπε ο Διογένης ο Κύνας και δίχως να περιμένει την άδεια του Ηλία Χατζηγεωργάκη έπεσε στα τέσσερα και πήρε στο κατόπι δύο τρομοκρατημένα παιδιά αλυχτώντας τρομακτικά.

    Ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης αφού δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τα όσα τραγελαφικά έλεγε ο γέρων, έβαλε τα γέλια με όσα τραγελαφικά έκανε ο Διογένης. Και συνέχισε να γελάει ακόμα και όταν χάθηκε από τα μάτια του κυνηγώντας τα πιτσιρίκια. Σύντομα τα φωνές του Διογένη ακούστηκαν και πάλι. αυτή τη φορά έτρεχε στα δύο πόδια και δεν κυνηγούσε παιδιά. Ο λιτός χιτώνας του ήταν ανασηκωμένος και φαλλός του διογκωμένος, και κόκκινος. Έμπροσθεν αυτού έτρεχαν δύο μαύρες φιγούρες με στρατιωτικές αρβύλες, πανταλόνια και βυζιά! «Γερμανίδες σουφραζέτες στην Αθήνα!» αναφώνησε έκπληκτος ο Ηλίας.
    Ο γέροντας οδήγησε τις κοπέλες προς τον Ηλία και εκείνες μην έχοντας πως να διαφύγουν του καυλοπυρρέσων γέροντα κρύφτηκαν πίσω από τον νεαρό ελαιοχρωματιστή.
    «Είναι τρελός ο κωλόγερος!» είπε η μία και τον έδειξε. Το χέρι της ήταν γεμάτο δακτυλίδια και βραχιόλια λογιώ λογιώ!
    Α! Δεν είναι Γερμανίδες!
    «Σώσε μας!» είπε η άλλη και βρήκε καταφύγιο πίσω από την πλάτη του Ηλία.
    «Είναι καλλικατζάρισσες!» είπε ο Διογένης.
    «Μείνε μακρύα κωλόγερε γιατί θα σου καρφώσω την παραμάνα στο μάτι!» είπε η πρώτη και έβγαλε μια παραμάνα από το μάγουλο της!
    ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης πρόσεξε ότι κοπέλα που απειλούσε τον γέροντα είχε ακόμα δύο παραμάνες περασμένες στο στόμα και σκουλαρίκια σε σημεία που δεν φανταζόταν ότι θα έβλεπε ποτέ. Και ο συγγραφέας τολμά να παρατηρήσει ότι ο δύστυχος Ηλίας δεν είχε την πλήρη εικόνα! «Bitch!» αγρίεψε ο Διογένης και η δεύτερη κοπέλα κόλησε τα στήθη της στην πλάτη του Ηλία.
    Το άγγιγμά της έκανε τον νεαρό ελαιοχρωματιστή να αισθάνεται παράξενα.
    «Δάσκαλε! Σε παρακαλώ!» είπε ο παρακλητικά.
    Ο Διογένης έβαλε τα γέλια. «Εντάξει μειράκιον, αστείζομαι, δεν είναι καλλικατζάρισσες» είπε και σωριάστηκε στο χώμα. «Τι είναι όμως;» αναρωτήθηκε ρητορικά ενόσω προσπαθούσε να ανακτήσει την ανάσα του.
    Ο Ηλίας ένιωσε ότι η δεύτερη κοπέλα είχε ξεκολήσει το σώμα της από πάνω του. Είχε την παρόρμηση να ζητήσει από τον Διογένη να τους ξαναορμήσει για να την έχει κολημένη πάνω του αλλά ήρθε στα συγκαλά του.
    «Λέγομαι Ηλίας» είπε. «Απεβίωσα το 1940».
    «Ρε, μια χαρά φαίνεται για την ηλικία του!» είπε η κοπέλα με τα σκουλαρίκια απευθυνόμενη στην δεύτερη κοπέλα. Ο Ηλίας τής έριξε μια κλεφτή ματιά και η καρδιά του πετάρισε.
    «Μαρία» είπε με βαριά φωνή η κοπέλα με τα σκουλαρίκια και άπλωσε το χέρι της και ο Ηλίας έκανε μια κίνηση να το φιλήσει. «Να λείπει το βύσσινο!" είπε η Μαρία. «1940 ε; Μπλιαχ!»
    «Ορίστε; Ποιο βύσσινο;» απόρησε ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης.
    «Άστο μεγάλε...»
    «Να σου πω καλέ», είπε η δεύτερη κοπέλα, «πώς το είπες αυτό; Απεβίωσες το 1940;»
    «Ψααααααρούκλες μειράκιον», αναφώνησε ο Διογένης ο Κύων.
    «Το ονοματάκι σας δεσποινίς;» τόλμησε να ρωτήσει ο Ηλίας. όχι χωρίς να κοκκινίσει από έξαψη.
    «Μαρίνα καλέ».
    «Χάρηκα ανυπερθέτως! Ηλίας» είπε ο Ηλίας και της φίλησε το χέρι. Η Μαρίνα τον άφησε.
    «Είχα μια σόμπα που την έλεγαν Μαρίνα» είπε ο Διογένης.
    «Είναι τρελός ο πορνόγερος;» ρώτησε ρητορικά η Μαρία.
    Τι εννοούσατ... εννοούσες λοιπόν Ηλία;» επέμεινε ο Μαρίνα
    «Ψαρούκλεεεεεεςςςς!!!!»
    «Να, ξέρετε βέβαια πως είμαστε νεκροί...»
    «Νεκροί; Τι λες καλέ;»
    «Νεκρή να πεις τη μάνα σου παλιόπουστα! Αδελφάρα του κερατά! Κωλόμπατσε!!!» πρόσθεσε η Μαρία
    «ΤΗΔΥΣΓΕΝΕΙΑΝΠΟΝΗΡΟΝΕΙΝΑΙΣΥΝΟΙΚΟΝΤΗΠΑΡΡΗΣΙΑ» είπε ο Διογένης ο Κύνας
    «Τί είπε ο πορνόγερος;»

    «Καλέ Μαρία. Πλάκα μας κάνουν, δεν βλέπεις πως είναι ντυμένοι! Ορίστε, το μαντέψαμε, πες μου τώρα, ποιος σας έβαλε να μας κάνετε πλάκα; Ο Σάκης; Όχι; Ο Κώστας; Ο Ανάργυρος; Έλα καλέ, πες μου...»
    «Τι είναι η πλάκα;» ψέλισσε ο Ηλίας.
    «Ορίστε! Στο είπα καλέ, αστείο ήταν» είπε η Μαρίνα στην Μαρία
    Επιτέλους ο Ηλίας Χατζηγεωργάκης κατάλαβε. «Φοβούμαι ότι δεν αστείζομαι! Ποιο είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάστε;»
    «Ε! Ήμασταν στα Εξάρχεια...»
    «Ναι ρε! Και βρίζαμε εκείνον τον μπάτσο!»
    «Και μετά το καρακόλι τράβηξε κουμπούρι και αρχίσαμε να τρέχουμε προς την Ακαδημίας...»
    «Ωχ! Μαρία!» αναφώνησε η Μαρίνα.
    «Τί είναι ρε μαλάκα;»
    «Μετά σε πυροβόλησε. Σε είδα να πέφτεις και έτρεξα προς το μέρος σου... Και μετά... δεν θυμάμαι τίποτα! Είμαστε νεκρές!»
    «Γαμώ τη καταδίκη μου! Και εδώ είναι η κόλαση!» συμπλήρωσε η Μαρία
    «Όχι! Όχι!» είπε ο Ηλίας. «Εδώ είναι το “εδώ”».
  • ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ
    ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ

    (ΟΔΟΔΕΙΚΤΗΣ ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΜΕΛΛΟΝ)



    ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ Ο ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ – Ο ΠΑΛΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΘΑΜΜΕΝΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗ ΣΚΟΝΗ ΤΗΣ ΠΛΗΞΗΣ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ



    ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΑΠΕΚΔΥΟΜΕΘΑ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΑΣ ΔΕΡΜΑ – ΟΛΟΓΥΜΝΟΙ ΚΙ ΩΡΑΙΟΙ ΩΣ ΟΝΕΙΡΑ ΕΑΡΙΝΑ, ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ ΠΡΟΣ AYTO ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΦΑΝΕΡΩΘΕΙ ΑΚΟΜΑ



    ΚΥΟΦΟΡΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΜΑΣ – ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΑ ΓΕΝΝΗΘΕΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ



    ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΜΕ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΙΡΙΔΙΖΟΥΣΕΣ ΠΟΜΦΟΛΥΓΕΣ ΤΩΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ ΜΑΣ – ΑΝΑΖΗΤΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΤΟΠΟ ΝΑ ΑΠΟΙΚΗΣΟΥΜΕ



    ΠΥΡΠΟΛΟΥΜΕ ΤΙΣ ΓΕΦΥΡΕΣ “ΠΑΡΕΛΘΟΝ” ΚΑΙ “ΜΕΛΛΟΝ” – ΔΕΝ ΜΑ΄Σ ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΤΟ ΧΑΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΜΑΣ – ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΜΕΤΕΩΡΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΟΥ “ΤΩΡΑ”



    ΛΕΞΕΙΣ-ΜΟΛΟΤΩΦ ΣΚΑΝΕ ΣΤΑ ΜΥΑΛΑ ΚΑΙ ΠΥΡΠΟΛΟΥΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙΣ – ΠΡΟΣΟΧΗ! ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΕΥΛΕΚΤΑ ΑΠ’ ΤΗ ΒΕΝΖΙΝΗ



    ΘΡΥΜΜΑΤΙΖΟΥΜΕ ΤΗ ΒΙΤΡΙΝΑ ΤΟΥ ΕΓΩΙΣΜΟΥ – ΚΑΙΜΕ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΥΜΕ Ο,ΤΙ ΦΥΛΑΚΙΖΕΙ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΜΑΣ



    ΟΙ ΚΡΑΥΓΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΣΤΟΜΑΤΑ ΜΑΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΓΙΓΑΝΤΙΑ ΚΛΑΔΙΑ –ΔΕΣΤΕ! ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΕΝΟΥΝ ΣΧΟΙΝΙΑ – ΚΑΝΟΥΝ ΚΟΥΝΙΑ – ΓΕΛΟΥΝ ΚΑΙ ΚΡΕΜΟΥΝ ΕΝΑΝ ΧΟΝΤΡΟ ΤΡΑΠΕΖΙΤΗ



    ΠΩ΄Σ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΝΑ ΔΙΚΑΣΕΙ ΤΗΝ ΑΘΩΩΤΗΤΑ; – Η ΑΘΩΩΤΗΤΑ ΑΠΟ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ ΣΕ ΑΧΡΗΣΤΙΑ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ



    ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΕΙΝΑΙ ΦΕΡΕΤΡΑ – Η ΤΑΞΗ, ΤΑ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΤΟΥΣ



    ΔΕΣΤΕ! – ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΜΑΣ ΕΓΙΝΑΝ ΦΛΟΓΕΣ! ΨΗΛΑΦΟΥΝ ΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ



    ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΕΙΝΑΙ ΑΓΡΑΦΟ – ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΚΡΑΤΑΜΕ ΕΜΕΙΣ ΤΟ ΣΤΥΛΟ



    Η “ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ” ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΑ – ΞΑΦΝΙΚΑ ΣΧΙΖΕΙ ΤΟ ΦΟΡΕΜΑ ΤΟΥ – ΤΑ ΣΤΗΘΗ ΤΟΥ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΚΑΙ ΠΕΤΟΥΝ – ΣΤΗ ΘΕΑ ΤΟΥ ΑΙΔΟΙΟΥ ΤΟΥ ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΑΝΑΤΡΕΠΟΝΤΑΙ



    ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΣΤΕΝΟΜΥΑΛΟΥΣ: ΠΕΤΑΞΤΕ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ – ΑΦΗΣΤΕ ΚΕΝΟ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΑΣ, ΝΑ ’ΡΘΟΥΝ ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΝΑ ΦΩΛΙΑΣΟΥΝ. ΝΑ ’ΡΘΕΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ Η ΑΝΟΙΞΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ!



    ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ: ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ – ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ – ΤΩΡΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΤΑ ΠΑΝΤΑ – ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΕΝΤΟΣ ΜΑΣ



    ΜΕ ΒΟΓΓΗΤΑ, ΣΚΟΤΑΔΙΑ, ΔΑΚΡΥΑ, ΚΡΟΤΟΥΣ, ΚΡΑΥΓΕΣ, ΛΑΜΨΕΙΣ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΥΜΕ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Θ’ ΑΚΟΥΣΤΕΙ ΑΥΡΙΟ ΤΟ ΠΙΟ ΤΡΥΦΕΡΟ, “Σ’ ΑΓΑΠΩ”



    ΜΕ ΤΑ ΚΟΥΡΕΛΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΛΙΑΧΤΩΝ ΜΑΣ, Ο ΑΝΕΜΟΣ ΡΑΒΕΙ ΤΟ ΦΟΡΕΜΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ



    ΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΕΤΕ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ – ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ – ΓΙΑΤΙ Ο,ΤΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΦΟΒΑΣΤΕ, ΑΥΤΟ ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΑ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ



    ΦΟΒΑΣΤΕ ΓΙΑΤΙ ΠΟΤΕ΄ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΑΤΕ – ΕΙΣΤΕ ΕΝΑ ΑΝΟΥΣΙΟ ΟΝΕΙΡΟ – ΜΟΛΙΣ ΞΥΠΝΗΣΟΥΜΕ ΘΑ ΔΙΑΛΥΘΕΙΤΕ ΣΑΝ ΠΡΩΙΝΗ ΟΜΙΧΛΗ – Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΑΚΟΜΑ



    ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΚΟΙΤΑΖΟΥΜΕ ΤΑ ΧΑΡΤΟΝΟΜΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΣΕ ΤΙ ΜΑ΄Σ ΧΡΗΣΙΜΕΥΑΝ



    ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΟΥΜΕ ΑΠΑΞ ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ: Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΧΩΡΙΣ ΕΜΑΣ – ΕΜΕΙΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ ΧΩΡΙΣ ΑΥΤΗΝ (ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ) – Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΡΟΥΦΑΕΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΜΑΣ – ΛΕΗΛΑΤΕΙ ΤΗ ΖΩΗ



    ΔΟΚΙΜΑΣΤΕ ΤΟ, ΠΕΤΥΧΑΙΝΕΙ! ΕΜΦΑΝΙΣΤΕ ΚΙ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΝΟΙΓΟΚΛΕΙΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ



    ΖΩ ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ, ΑΝΑ ΠΑΣΑ ΣΤΙΓΜΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΩ ΚΟΣΜΟΥΣ – Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Ή ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗ, Ή ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ



    ΔΕΣΤΕ! ΜΕΣΑ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΚΑΠΝΟΥΣ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΓΟΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΥΡΠΟΛΗΜΕΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ, Η ΣΕΛΗΝΗ ΔΙΑΒΑΙΝΕΙ ΑΤΑΡΑΧΗ – ΑΦΟΥΓΚΡΑΣΤΕΙΤΕ! ΜΕΣΑ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΚΡΟΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ, ΜΙΑ ΑΠΟΚΟΣΜΗ ΜΕΛΩΔΙΑ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ



    ΧΡΟΝΙΑ ΚΟΥΚΟΥΛΩΜΕΝΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΙΣ ΒΡΩΜΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΡΤΕΣ ΤΗΣ ΑΝΙΑΣ, ΔΕΝ ΕΥΡΙΣΚΑ ΛΟΓΟ ΝΑ ΣΗΚΩΘΩ ΑΠ’ ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ – ΞΑΦΝΙΚΑ ΘΥΜΗΘΗΚΑ ΟΤΙ ΕΙΧΑ ΝΑ ΦΤΙΑΞΩ ΕΝΑΝ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΠΕΤΑΧΤΗΚΑ ΟΡΘΙΟΣ



    ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΕΙ ΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ, ΕΧΕΙ ΣΟΒΑΡΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ – ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟΣ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΖΕΤΑΙ ΟΤΙ ΖΕΙ
  • Στο χώμα
    o φίλος Thoulouaga ξαναχτυπά...







    ----------------------------------------------------------------------------------------------

    Στο χώμα

    Το πιστόλι εκπυρσοκρότησε και η σφαίρα έφυγε με τόσο μεγάλη ταχύτητα που ο αέρας έκανε χώρο για να περάσει. Στην όψη της έβλεπες ξεκάθαρα το μίσος να τη διακρίνει.

    Αυτό ίσως ήταν πού έκανε ακόμα και τον αέρα να φοβηθεί και να τραβηχτεί για να μην γίνει αποδέκτης του μίσους. Τίποτε δεν μπορούσε πλέον να τη σταματήσει.

    Πλησίαζε όλο και περισσότερο στο στόχο της, που μάλλον δεν περίμενε επισκέψεις τέτοιου είδους. Η σφαίρα προσπάθησε να μπει όσο πιο βαθιά γίνεται και όταν σταμάτησε εντελώς η πορεία της, άνοιξε τα μάτια.

    -«Βρε καλώς τηηην!» είπε το ραπανάκι που ήταν λίγα εκατοστά πιο πέρα.

    -«Α304751 κι εσύ εδώ;» είπε μια άλλη σφαίρα που ήταν πιο δίπλα

    -«Όχι ρε γαμώτο, στο χώμα βρήκε να με στείλει;» είπε η σφαίρα και η απογοήτευση είχε πάρει τη θέση του μίσους στην όψη της.

    -«Γιατί; Μια χαρά είναι εδώ. Θα κάνουμε παρείτσα, θα κουτσομπολεύουμε, θα περάσουμε καλά. Εδώ ρε στο χώμα, ούτως η άλλως εδώ θα έρθουν όλοι! Χοχοχοχοχο!» είπε το ραπανάκι γελώντας καθώς ξεσκονιζόταν από το χώμα που του είχε πετάξει η σφαίρα.

    -«Α304751 μη στεναχωριέσαι. Καλύτερα εδώ, παρά να εξοστρακιζόμαστε δεξιά και αριστερά λες και είμαστε ανεπιθύμητες»

    -«Ρε Ε681794 εγώ είχα όνειρα για μένα. Ήθελα μια μέρα να γίνω σημαντική. Ήθελα όλος ο κόσμος να μιλάει για μένα.»

    -«Α το ψώνιο!» είπε το ραπανάκι που άρχιζε να διασκεδάζει με τη παρέα που απέκτησε.

    Το χώμα ατάραχο δεν συμμετείχε στη συζήτηση. Είχε ανοίξει την αγκαλιά του για να υποδεχτεί ότι ερχόταν σε αυτό και προσπαθούσε να προσφέρει ότι καλύτερο μπορούσε. Ο σκοπός του ηταν αυτός. Οχι οι συζητήσεις. Ήταν συνηθισμένο σε πολλές επισκέψεις και τίποτε πλέον δεν μπορούσε να το κάνει να παρεκκλίνει από το σκοπό του. Η συγκεκριμένη περιοχή ήταν ένα χωράφι που το καλλιεργούσε ο μπάρμπα Μανώλης. Ένας συμπαθητικός γεράκος που για πολλά χρόνια είχε μια σχέση αγάπης με το χώμα - τη γη του - που και αυτό με τη σειρά του για να ανταποδώσει την αγάπη φρόντιζε και έδινε ζωή σε ότι του φύτευε.

    Ο μπάρμπα Μανώλης πολλές φορές αντιμετώπιζε προβλήματα με τις καλλιέργειες μιας και λίγο πιο πέρα από το χωράφι του ήταν ένα πεδίο βολής και αρκετά βλήματα και σφαίρες πετυχαίνανε αυτά που είχε φυτέψει αντί για το στόχο.

    -«Αντί να είμαι σε κανένα κεφάλι, αντί να διαλύσω κανένα αντικείμενο, αντί να είμαι πρώτο θέμα στις ειδήσεις, κάθομαι εδώ, άγνωστη μεταξύ αγνώστων.» είπε η σφαίρα εμφανώς εκνευρισμένη.

    -«Εγώ πάντως είμαι ένα άγνωστο αλλά τίμιο ραπανάκι!»

    -«Έχει δίκιο η Α304751. Αμα δεν προσφέρεις έντονες συγκινήσεις δεν λέει»

    -«Που να ξέρει το ραπανάκι ρε Ε681794»

    Τα βήματα του μπάρμπα Μανώλη διέκοψαν τη κουβέντα. Ήταν ο προγραμματισμένος έλεγχος στο χωράφι μιας και ήταν καιρός συγκομιδής και το ραπανάκι κοίταξε προς τα πάνω. Το βλέμμα του κατευθύνθηκε ξανά προς τις σφαίρες.

    -«Πω πω..τι κομπλεξικές που είστε! Δεν σας αντέχω. Εδώ να μείνετε να σκουριάσετε! -

    - Μπάρμπα Μανώλη έλα πάρε με. Έτοιμο είμαι. Πάρε με γιατί δεν τις αντέχω αυτές εδώ!»

    Το χέρι του μπάρμπα Μανώλη χώθηκε βαθιά στο χώμα και με πολύ προσοχή τράβηξε το ραπανάκι προς τα πάνω. Οι σφαίρες κοίταξαν με παράπονο το χέρι του που ενδιαφερόταν για το ραπανάκι και όχι γι’ αυτές.

    -«Χουιιιιιιιι! Είναι σουπερ εδώ!» ακούστηκε το ραπανάκι να φωνάζει αιωρούμενο στο χέρι του μπάρμπα Μανώλη.

    -«Για μας θα ενδιαφερθεί ποτέ κανένας;»

    -«Α304751 το πιο πιθανό είναι πως όχι. Ότι ήταν να κάνουμε το κάναμε»

    -«Έτσι άδοξα ρε γαμώτο; Στο χώμα; Εσύ αυτό ήθελες Ε681794;»

    -«Όχι. Είχα και γω όνειρα για μένα. Πίστεψε με. Αλλά καλύτερα έτσι παρά χειρότερα»

    -«Πόσο χειρότερα; Υπάρχει χειρότερο από αυτό;»

    Ένα απότομο φρενάρισμα τράβηξε τη προσοχή στη γαληνεμένη φύση. Ένα στρατιωτικό τζιπ, από αυτά που ανεβαίνουν συχνά στο πεδίο βολής, σταμάτησε και πετάχτηκε ένας φαντάρος τρέχοντας προς τα χωράφια. Οι σφαίρες νιώθανε να πλησιάζει προς αυτές.

    -«Ε681794 λες να έρχεται για μας;»

    -«Α304751 δεν αισθάνομαι τόσο τυχερή»

    Τα ποδοβολητά του φαντάρου σταμάτησαν ακριβώς από πάνω τους και με τα χέρια του άνοιξε ένα λάκκο που σχεδόν είδαν τον ουρανό.

    -«Επιτέλους! Αναγνωρίστηκε η αξία μου! Ήρθαν να με πάρουν» ειπε η Α304751 με την Ε681794 δίπλα της να δείχνει να μην το πιστεύει

    -«Έλα φαντάρε εδώ είμαι. Σήκωσε με. Δεν θέλω να μείνω στιγμή στο χώμα. Εεεεεπ! Μη γυρνάς! Τι; Γιατί κατεβάζεις το παντελόνι; Ρε αυτός… αυτός μας φέρνει τον κώλο του! Ρε! Δεν το πιστεύω… Όχι ρεεεεεε!..»

    Μια τεράστια κουράδα κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος τους. Ήταν αμείλικτη. Με αργές κινήσεις περικύκλωσε τα θύματα της, μια τακτική που θύμιζε φίδι και σιγά σιγά προσπαθούσε να τα εγκλωβίσει. Ένα βασανιστήριο αρκετά οδυνηρό αλλά απολύτως αποτελεσματικό αφού έκανε τη σφαίρα να μείνει αιώνια σιωπηλή. Εκεί στο χώμα…


    Thouluaga

    thoulouaga@gmail.com

  • Αύγουστος
    Φορούσε άσπρα, τη συμπάθησα μόλις την αντίκρισα. Το λευκό ταίριαζε με το μαυρισμένο από τον ήλιο δέρμα της και κολάκευε το τέλειο κορμί της. Τα μαλλιά της κόκκινα ήταν πάντα δεμένα για να αναδεικνύουν το πρόσωπό της. Τα μάτια της γαλάζια ήταν τα μόνα που μαρτυρούσαν την χαμένη της ομορφιά.
    O Άλλος ήταν καραφλός. Τα λιγοστά μαλλιά που του είχαν απομείνει τα είχε ξυρίσει. Δεν είχε τίποτα άσχημο και τίποτα όμορφο στο πρόσωπό του. Η παντελής απουσία τριχοφυΐας ήταν το χαρακτηριστικό του. Τα μεγάλα του μάτια ανέκφραστα, άδεια. Στο στόμα ένα διάπλατο χαμόγελο απέμενε ξεχασμένο όση ώρα χρειαζόταν. Το σώμα πλαδαρό. Δεν τον συμπάθησα ποτέ.
    Κατά τη διάρκεια του δείπνου έφερε το μεγάλο σουγιά του για να κόψει το σκληρό τοπικό τυρί. Πλησίασε τον πατέρα που ένιωσε την απειλή του μαχαιριού και απομακρύνθηκε. Tο θεώρησε τυχαίο γεγονός. Πίστεψε ότι συνέβη κατά λάθος.
    Παρακάλεσε τον πατέρα να κρατήσει το τυρί για να το τεμαχίσει. Σκόνταψε στο τραπέζι και η αιχμηρή μύτη του μαχαιριού διαπέρασε τον πατέρα μου και τον κάρφωσε απευθείας στην καρδιά. Ξεψύχησε μέσα σε δευτερόλεπτα. Ο Άλλος τον σκότωσε………………………..
    Πέντε δευτερόλεπτα προπορεύθηκα του γεγονότος. Μόλις τώρα ο ξένος ζητούσε τη βοήθεια από τον γονιό μου. Βρισκόμουν στην αγκαλιά της μητέρας. Έπρεπε να τον σώσω. Δεν μπορούσα να φωνάξω. Κανείς δεν θα με άκουγε. Δεν μπορούσα να τον προλάβω, δεν περπατούσα ακόμη. Δάγκωσα τη μητέρα με όλη τη δύναμή μου στον ώμο. Μάτωσε. Φώναξε. Με πέταξε κάτω. Όλοι πάγωσαν. Ο πατέρας με άρπαξε από το έδαφος που κειτόμουν ανάσκελα και πήρε τη μητέρα από το χέρι. Καθώς εισερχόμαστε στο σπίτι γελούσα ασταμάτητα. Ήμουν ευτυχισμένος. Το δείπνο τελείωσε. Το αίμα σταμάτησε να τρέχει από τον ώμο της μητέρας.
    Το βράδυ της ιδίας ημέρας, το ξενοδοχείο διαμονής των ξένων οργάνωσε δείπνο. Είμαστε καλεσμένοι. Όταν έφτασα στο δείπνο εγώ με τον πατέρα ήταν όλοι παρόντες εκτός από την υπέρτατη οικεία. Ήμουν στην αγκαλιά του πατέρα νυσταγμένος όταν έφτασε εκείνη. Ήταν σκοτάδι. Απαίτησε επιτακτικά να με πάρει και να με πάει μια βόλτα στο σκοτάδι. Επέμενε να με πάρει μακριά από το τραπέζι. Ο πατέρας ενέδωσε στην πίεση των δειπνούντων και με άφησε στην αγκαλιά της. Χαθήκαμε στο σκοτάδι. Ένα βρεγμένο ύφασμα κάλυψε βίαια το πρόσωπό μου. Δεν μπορούσα να ανασάνω. Δεν μπορούσα να φωνάξω. Ζαλιζόμουν, έσβηνα. Πέθανα…………….
    Συνειδητοποίησα ότι βρισκόμουν στη χρονική στιγμή όπου τα χέρια του πατέρα με εγκατέλειπαν στην δολοφονική αγκαλιά. Δεν προλάβαινα, θα πέθαινα. Έπρεπε να τη σταματήσω. Έσπρωξα τον αντίχειρά μου στη βάση του δεξιού οφθαλμού της. Τα χέρια της παρέλυσαν από τον πόνο με εγκατέλειψαν και βρέθηκα να κείτομαι στο έδαφος. Είχα επιζήσει.
    Η παραλία ήταν δυο ώρες δρόμος. Στο δρόμο η παρέα γέλαγε λέγοντας αστεία ενώ κάθε τόσο σταματούσαν να φωτογραφήσουν το τοπίο. Ένα όμορφο ξωκλήσι φάνηκε μπροστά μας, το προσπεράσαμε. Ο Άλλος είπε ότι θα επιχειρούσε μια μανούβρα αναστροφής για να το προσεγγίσουμε ξανά. Ήμασταν δεμένοι με τις ζώνες ασφαλείας στο πίσω κάθισμα. Οι ξένοι δεν ήταν καθηλωμένοι με τις ζώνες τους. Το πλάτος του δρόμου ήταν μικρότερο από το μήκος του αυτοκινήτου. Βρεθήκαμε κάθετα στο στενό δρόμο με το πρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου στα όρια του αχανούς γκρεμού. Οι πόρτες των ξένων άνοιξαν και εκείνοι πήδησαν απόλυτα συγχρονισμένοι μακριά από το όχημα που συνέχισε να κινείται. Τα σώματά μας άρχισαν να αιωρούνται στο εσωτερικό του αυτοκινήτου που έπεφτε με ελεύθερη πτώση στο αχανές βάραθρο. Η βαρύτητα μας είχε εγκαταλείψει για λίγα δευτερόλεπτα. Πεθάναμε..........................
    Βρισκόμασταν ακόμη κάθετα στo στενό δρόμο. Σε λίγο θα συνέβαινε το μοιραίο. Δεν προλάβαινα. Όλα ήταν προ-αποφασισμένα. Ανοίγοντας το στόμα μου όσο πιο διάπλατα μπορούσα εκτόξευσα στο λαιμό και το άτριχο κρανίο του οδηγού την τεράστια ποσότητα ακάθαρτου μίγματος που ενυπήρχε στο βάθος του στομαχιού μου. Το τιμόνι περιστράφηκε ακαριαία και το αυτοκίνητο ντεραπάρισε στη μέση του στενού δρόμου. Όλοι βρεθήκαμε ανάποδα αλλά ζωντανοί. Είχαμε σωθεί.

    Στο δρόμο της επιστροφής ο πατέρας για πρώτη φορά πρόβαλε αντίρρηση για την επίσκεψη στην παλαιοχριστιανική εκκλησία, σε λίγο θα σκοτείνιαζε άλλωστε, όμως η μητέρα συμφώνησε. Εξήλθαμε από το αμάξι και κατευθυνθήκαμε προς το ναό. Ο πατέρας και εγώ παίζαμε στο προαύλιο όταν η Αλλη τον παρότρυνε να επισκεφθεί την πίσω πλευρά του κτίσματος για να θαυμάσει την αρχιτεκτονική. Ο Άλλος ακολούθησε τον πατέρα. Ήταν οι δύο τους ολομόναχοι πίσω από την εκκλησία. Ο πατέρας αναρριχήθηκε στη μεγάλη μάντρα για να έχει αμφιθεατρική εικόνα του κτίσματος. Εκείνος πάντα πίσω του. Τον γονέα μου είχε συνεπάρει η ομορφιά του βυζαντινού ναού. Είχε φθάσει πια στην κορυφή της μάντρας. Εκεί από δέκα μέτρα ύψος έπεσε και το κεφάλι του διέλυσε στο λιθόστρωτο………………………………….
    Ο πατέρας θα πέθαινε. Είχε σκαρφαλώσει στην μάντρα με τον Άλλο. Δεν μπορούσα να τον σώσω αυτή τη φορά. Ήξερα αλλά δεν μπορούσα. Βρισκόμουν σε λάθος μέρος. Ο γονιός μου στην πίσω όψη, εγώ στην πρόσοψη μπροστά στο καμπαναριό. Έπαιζα εδώ και ώρα με το σκοινί της καμπάνας. Αν την χτυπούσα. Πως. Δεν μπορούσα. Δεν είχα τη δύναμη. Κρατούσα το σκοινί. Με κρατούσε η μητέρα στην αγκαλιά της. Ένα ζευγάρι επισκεπτών ήρθε στην εκκλησία. Κατευθύνθηκε εκεί που βρισκόταν ο πατέρας. Δεν μπορούσε πια να φωτογραφήσει. Κατέβηκαν από τον τοίχο και ήρθαν κοντά μας. Τίποτα δεν συνέβη. Ο από μηχανής θεός του βυζαντινού ξωκλησιού μας είχε σώσει.
    Οι γονείς μου άρχισαν να προβλέπουν τις κινήσεις των δολοφόνων. Είχαν και αυτοί πια το χάρισμα. Η μάλλον έβλεπαν την αλήθεια καθαρά όπως εγώ και πίστευαν σε αυτή χωρίς υποχωρήσεις και ενδοιασμούς. Οι υποθέσεις επαληθευόταν. 'Τώρα θα ζητήσουν τριπλασιασμό της αμοιβής, επειδή είπα ότι το τηλέφωνό καταγράφει τα πάντα άρα και τις προσωπικές εγκληματικές προτάσεις του, έχει εκτεθεί.' 'Αύριο θα πάνε στην τράπεζα να επιβεβαιώσουν την κατάθεση και την άλλη μέρα θα πάνε δήθεν για μπάνιο για να αγοράσουν εισιτήρια επιστροφής.' «Αύριο θα μας καλέσουν σε γεύμα» «Θα μας δώσουν ένα ακριβό δώρο» Οι προβλέψεις ακόμα και της πιο μικρή τους κίνησης επαληθεύονταν.
    Μέρα με τη μέρα οι δυο δολοφόνοι μετατρέπονταν στα ανδρείκελα αυτών. Η συνεχής αναβολή του εγκλήματος τούς έκανε να χάνουν το φοβιστικό τους πρόσωπο.
    Και ότι έμενε ήταν το τίποτα που τους αντιπροσώπευε. Ο Άλλος από αψυχολόγητος εκτελεστής είχε γίνει ένας λιμοκοντόρος με βερμούδα και σανδάλια. Η Άλλη όσο και να προσπαθούσε να κρατήσει το ύφος της είχε ήδη μετατραπεί στο αντικείμενο του πόθου όλων των εργένηδων του χωριού.
    Έπρεπε να τελειώσουν τη δουλειά τους. Είχαν ανάγκη τα χρήματα. Η πελάτης πίεζε. Τους μίλαγε όλη την ώρα στο τηλέφωνο. ………………………………….

    Όμως η δουλειά τους δεν ολοκληρώθηκε εκείνο το καλοκαίρι. Φύγανε από το νησί με την υπόσχεση να τελειώσουν αυτό που άρχισαν πίσω στην πρωτεύουσα…………

    Κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τον Άλλο και την Άλλη για κάτι που δεν έκαναν. Κανείς δεν πίστεψε ποτέ τον πατέρα και τη μητέρα. Ακόμα και αυτοί που βλέπανε την αλήθεια σώπαιναν. Οι υπέρτατοι οικείοι θα συνέχιζαν τις δολοφονικές απόπειρες. 'Το κακό δεν έχει πάτο' έλεγαν. Όλες τους οι πράξεις όλα τους τα λόγια εξυπηρετούσαν τον ένα και μοναδικό στόχο, το τέλος μας. Δεν μπόρεσα να καταλάβω ποτέ το γιατί. Ήταν οι κυνηγοί μας και ήμασταν τα θηράματα. Άκακοι και αβλαβείς ήμασταν τα πιο εύκολα θύματα. Σαν χορτοφάγα, άκακα ζώα βιώναμε την κάθε στιγμή έχοντας τις αισθήσεις μας σε εγρήγορση. Ζούσαμε ειρηνικά μέσα στο πεδίο της μάχης.
  • MΕΡΑΝΥΧΤΑ
    του φίλου thouluaga


    Escher, Maurits Cornelis
    Day and Night
    1938

    -----------------------------------------------------------------------------------

    MΕΡΑΝΥΧΤΑ

    Η νύχτα άναψε το φεγγάρι και με γρήγορες αλλά επιδέξιες κινήσεις άπλωσε το πέπλο της. Το σκοτάδι κάλυψε κάθε γωνιά του δρόμου και ένα περίεργο συναίσθημα έχει καταβάλει τους ανθρώπους. Ένα ψυχοπλάκωμα με τη συνοδεία ταχυπαλμίας και ρίγη ανατριχίλας ανά τακτά χρονικά διαστήματα τους έχει κυριεύσει. Σαν κάτι να έχει τσαντίσει τη νύχτα και να έβγαλε τον θυμό της στους ανθρώπους, που έχουν κλειστεί στα σπίτια τους αφού ο φόβος κυκλοφορούσε ανεξέλεγκτος στον αέρα. Κάποια χαχανητά από τη παραλία έσκιζαν τον ιστό της σιωπής που είχε πλέξει η νύχτα και έδιναν μια ευχάριστη νότα στη μονοτονία της.

    Ήταν μια παρέα από τρία αγόρια και δυο κορίτσια. Κάθονταν γύρω από τη φωτιά με μπουκάλια αλκοόλ παραμάσχαλα και συζητούσαν με διάθεση ανέμελη.
    -«Μα γιατί βρε Αγγελικούλα δεν θες να κάνουμε σεξ στη παραλία;»
    -«Γιατί φοβάμαι ότι θα βγει κανένας αστακός και θα μου δαγκώσει τις σάλπιγγες! Ασε με ρε Γιώργο»
    -«Χαχαχαχαχαχαχαχαχα!»
    -«Άσε που μπορεί να πεταχτεί και κανένας λούτσος από το πουθενά να σε βιάσει!»
    -«Χαχαχαχαχαχαχαχαχα!»
    -«Γιωργάκη πάλι χυλόπιτα!»
    -«Κώστα! Γράψε μια χυλόπιτα στον κύριο!»
    -«Είμαι κομμάτια… Αγγελική έχεις στυλό;»
    -«Και να είχα, θα τον έβλεπες?»
    -«Χαχαχαχαχαχαχα!»
    -«Πάντως κάτι έχει η σημερινή νύχτα….»
    -«Πω πω είμαι κομμάτια Αμαλία που σπουδάζει ιατρική να μας πει τι έχει η νύχτα»
    -«Τς τς τς! Εξυπνάδες …»

    Όλα ξεκίνησαν γύρω στις έντεκα. Η μέρα με πολύ ανεβασμένη διάθεση σουλούπωνε το πρωινό σαν μαθητούδι που προετοιμάζεται για το πηγαιμό. Μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας βγήκε από το πρωινό αφού πέρναγε τόσο ωραία με τη μέρα και τώρα χρειαζόταν να φύγει. Ένα χάδι της όμως, σαν τρυφερή μητέρα, έφτανε για να μεταμορφώσει τη δυσαρέσκεια σε χαρά. Η πόρτα έκλεισε και η μέρα ξεκίνησε χαρωπή να κάνει τις ετοιμασίες να υποδεχτεί το μεσημέρι. Βάζει περισσότερο φως, καθαρίζει, ταχτοποιεί την εμφάνιση της και το μεσημέρι έφτασε!

    -«Μου είπε η νύχτα να σου πω ότι θα έρθει πιο νωρίς σήμερα γιατί χθες έφυγες πιο αργά.»
    -«Μπααα! Και γιατί έβαλε εσένα να μου το πεις και δεν μου το είπε η ίδια?»
    -«Ήθελε να φτιάξει το μαλλί και να πλέξει το πέπλο της και δεν προλάβαινε»
    -«Σκατά στα μούτρα της!»

    Αυτό ήταν μια καλή αφορμή για να ζωγραφίσει μια ζοχάδα στην έκφραση της μέρας η οποία έσβηνε κομμάτι κομμάτι τη χαρά της. Τα νεύρα κυριαρχούσαν στην ατμόσφαιρα και το ένα πράγμα έφερε το άλλο. Το μεσημέρι δεν έβλεπε την ώρα για να φύγει και άρχισε να γκρινιάζει, η γκρίνια με τα νεύρα έγιναν σύμμαχοι και το απόγευμα να φωνάζει απ έξω…

    «Ανοίχτε ρεεεε!»

    Η μέρα μες τον πανικό, τα νεύρα και τη γκρίνια, φιλά βιαστικά στο μάγουλο το μεσημέρι και το πετά από την άλλη πόρτα. Ήταν σίγουρη ότι σαβουριάστηκε άσχημα, αλλά δεν την ένοιαζε και πολύ γιατί η γκρίνια του ήταν ανυπόφορη. Με βιαστικές και γεμάτες νεύρο κινήσεις υποδέχτηκε το απόγευμα με τη χαρά να έχει σχεδόν εξαφανιστεί από πάνω της.

    -«Άντε μια ώρα φωνάζω!» είπε το απόγευμα μπαίνοντας με στυλ ψευτόμαγκα, κρατώντας ένα μισοτελειωμένο τσιγάρο.
    -«Έλα πολλά λες. Τι είναι αυτό που κρατάς; Πάλι αλητείες έκανες;» είπε η μέρα και σχεδόν το έσπρωξε να το βάλει μέσα.
    -«Νευράκια; Νευράκια;»
    -«Ναι! Λογαριασμό θα σου δώσω;»
    -«Πάλι με τη νύχτα τα χεις; Και αυτή μπουρινιασμένη ήταν μαζί σου. Μάλιστα έπινε κάτι σφηνάκια για να στα πει – λέει - σταράτα. Πω πω γουστάρω! Θα γίνει χαμός!» είπε το απόγευμα και η μέρα πάλι φόρτωσε.
    -«Ας έρθει και τα λέμε! Θα τα ακούσει και απ’ τη καλή και απ’ την ανάποδη!»

    Φαινόταν ολοκάθαρα ότι τα είχε πάρει άσχημα και οι αφροί που έβγαιναν από τα αυτιά της το επιβεβαίωναν με το παραπάνω. Ήθελε να πει πολλές βαριές κουβέντες, να ξεστομίσει λόγια που θα πόναγαν αλλά δεν το έκανε. Η ανατροφή της δεν το επέτρεπε αν και είχε φτάσει σε ένα σημείο οριακό. Μήπως ήταν η ώρα να πάει να γαμηθεί η ανατροφή της;

    Φωνές διέκοψαν τον ειρμό των σκέψεων της και το απόγευμα φώναξε:
    -«Ε ρε γλέντια που θα 'χουμε!»
    Η νύχτα σε κατάσταση ημιμέθης, με την αποφασιστικότητα να τη διακρίνει ερχόταν να πάρει τη θέση της φωνάζοντας:
    -«Ήρθα! Είμαι εδώ! Ώρα να ξεκαθαρίσουμε! Μη κρύβεσαι!»
    Η αλήθεια είναι ότι και η νύχτα ήταν τόσο εκνευρισμένη όσο η μέρα. Όσο περισσότερο πλησίαζε τόσο πιο καθαρά διέκρινε κανείς - και σε αυτή - τους αφρούς στα αυτιά της και το απόγευμα να σκάει στα γέλια από την εμφάνιση που είχαν και οι δυο.
    -«Χαχαχαχαχα! Ελπίζω να δούμε και κανένα μπουνίδι!» είπε και πηρέ θέση να απολαύσει το θέαμα.
    Η μέρα παρ ότι δεν είχε προτάξει κάποιο χέρι, δεν κράδαινε κάποιο αντικείμενο, όμως έδειχνε έτοιμη για σκληρή μάχη, ενώ η νύχτα με πολύ θόρυβο έκανε δυναμική είσοδο και με την αποφασιστικότητα της να είναι στο μάξιμουμ φωνάζει
    -«Ήρθα!»
    -«Φεύγω!» είπε η μέρα, αρπάζει με γρήγορες κινήσεις το απόγευμα από το χέρι και αρχίζει να απομακρύνεται σχεδόν τρέχοντας.

    Πριν προλάβει να αντιδράσει, η μέρα είχε εξαφανιστεί και εκατομμύρια ερωτηματικά απλώθηκαν στο χώρο. Σίγουρα η νύχτα πιάστηκε απροετοίμαστη αφού στεκόταν για αρκετή ώρα ακίνητη προσπαθώντας να δώσει μια εξήγηση για κάθε ερωτηματικό. Γιατί δεν έκατσε η μέρα να την αντιμετωπίσει; Γιατί δεν είπε κάτι; Γιατί έκανε αυτό που δεν περίμενε; Με το σφουγγάρι του μυαλού της έσβηνε ένα ένα τα ερωτηματικά, όμως ήταν τόσα πολλά που προκαλούσαν εκνευρισμό στην νύχτα και μέσα σε όλη τη μανούρα είχε και εκείνα τα χαχανητά της παραλίας που την ενοχλούσαν!

    Με τα νεύρα τσατάλια τινάζει ξανά το πέπλο της με περισσότερη δύναμη αυτή τη φορά και τους στέλνει όλους από εκεί που ήρθαν.

    Τώρα με περισσότερη ησυχία αλλά και λιγότερο χρόνο συνεχίζει το σβήσιμο των ερωτηματικών με την ίδια ένταση αν και ξέρει ότι δεν θα προλάβει να τα σβήσει όλα γιατί θα πρέπει να φύγει…

    Thouluaga

    thouluaga@gmail.com

  • Αγαπητό PC-Solutions!
    Αγαπητό PC-Solutions!
    Πέρσι, έκανα αναβάθμιση από το Αρραβωνιαστικός 5.0 στο Σύζυγος 1.0 και παρατήρησα πως το καινούριο πρόγραμμα άρχισε να κάνει αναπάντεχες αλλαγές στα λογιστικά φύλλα, περιορισμένη πρόσβαση στις εφαρμογές λουλουδιών και χρυσαφικών που παλιότερα, στην έκδοση Αρραβωνιαστικός 5.0, δούλευαν απρόσκοπτα.
    Επίσης, το Σύζυγος 1.0 απεγκατέστησε πολλά άλλα πολύτιμα προγράμματα όπως το Ρομαντικός Περίπατος 9.9 και εγκατέστησε ανεπιθύμητα Popups, όπως τα Champions League 5.0 και Κυριακή στα Γήπεδα 8.0.
    Το Διάλογος 1.3 δεν τρέχει πια ενώ το Καθαριότητα 2.6 προκαλεί κολλήματα και κατάρρευση του συστήματος.
    Προσπάθησα να τρέξω το Μουρμούρα 5.3 GOLD edition... αλλά εις μάτην.
    Μια απελπισμένη γυναίκα


    Αγαπητή "Απελπισμένη γυναίκα" Έχε υπ' όψιν πως το Αρραβωνιαστικός 5.0 είναι ψυχαγωγικό πακέτο ενώ το
    Σύζυγος 1.0 είναι λειτουργικό σύστημα, με απαιτήσεις από τον χρήστη.
    Προσπάθησε να δώσεις την εντολή C:\Nomiza_pws_me_agapouses.exe και εγκατέστησε το Δάκρυα 6.2 σε original έκδοση.
    Λογικά, το Σύζυγος 1.Ο θα εκκινήσει αυτόματα τις εφαρμογές Ενοχή 3.0 και Λουλούδια 7.0 σε random λειτουργία.
    ΠΡΟΣΟΧΗ
    * Υπερβολική χρήση του παραπάνω προγράμματος μπορεί να προκαλέσει την κλήση των screen saver Κατσούφικη Μουγκαμάρα 2.5 και Μπύρα 6.1 (Το Μπύρα 6.1 ίσως προκαλέσει την αναπαραγωγή WAV αρχείων τύπου "Δυνατό ροχαλητό", που καταργούνται μόνο με επανεκκίνηση).
    * Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνει εγκατάσταση του Πεθερά 1.0 και μην σκεφτείτε καν να τρέξετε τα βοηθητικά αρχεία Εραστής 2005 BETA και Γκόμενος 3.8 unregisterd (δεν είναι συμβατά με το Σύζυγος 1.0 και μπορεί να προκαλέσουν κατάρρευση του συστήματος και πλήρης καταστροφή του λειτουργικού).
    Συνοψίζοντας, το Σύζυγος 1.0 είναι ένα εξαιρετικό πρόγραμμα, αν και με περιορισμένη μνήμη, που χρειάζεται κάποιο διάστημα για να εμπεδώσει μερικές καινούριες εφαρμογές.
    Σκεφτείτε σοβαρά την απόκτηση συνοδευτικών προγραμμάτων που θα βελτιώσουν την απόδοση του σημαντικά. Συστήνουμε το Ζεστό Φαΐ 3.0 με auto update, Καυτά Εσώρουχα 5.3 και το Δημιουργικά Τρομερής Κορμάρας 10.1 με την επιλογή "εκτέλεση κατά την εκκίνηση".
    Με εκτίμηση.
    Ο admin
  • Φύγε
    Να χωρίσουμε. Δεν σε θέλω άλλο. φύγε. Άκουσες. Δεν έχεις τίποτα να μου προσφέρεις. Φύγε τώρα. Εξαφανίσου από τη ζωή μου για πάντα. Δεν σε αντέχω στιγμή πια.
    Κάθε της λέξη αντίθετη. Το θέλω μου ταυτίζεται με το όχι της. Δεν θέλει να δώσει. Ας φύγει. Ας εξαφανιστεί.
    Εφυγε με τον μικρό Λέοντα. Δεν επέστρεψαν ποτέ. Ακόμη τους αναμένω καθηλωμένος στη μοναδική μεταλλική καρέκλα του μοναδικού δωματίου του σπιτιού μας. Τρία χρόνια πέρασαν. Δεν μπορώ να μετακινηθώ. Περιμένω. Ακούω, αφουγκράζομαι. Αναγνωρίζω όλους τους ήχους της πόλης. Ψάχνω ανάμεσά τους να ακούσω τη φωνή της, τα γέλια του, το κλειδί να γυρνά στην πόρτα. Τρία χρόνια αναμονής σαν μια στιγμή.

    Καποιος ανεβαίνει τις σκάλες. Εικοσιτέσσερα βήματα για δώδεκα σκαλοπάτια! Μυρίζω την οσμή απο τα πολυκαιρίτικα ντολμαδάκια που έχουν κολλήσει στην ξεθωριασμένη, σχισμένη πλαστική σακούλα. Τέσσερις ημέρες είχε να περάσει. Καθυστέρησε ξανά. Πρέπει να πλύνει το γυμνό κορμί μου, πρέπει να συλλέξει τα περιττώματά που με έχουν κυκλώσει. Είναι υποχρεωμένη να με συντηρεί σε αυτή την αιώνια αναμονή. Αυτή με δημιούργησε. Αυτή με εκπαίδευσε να μην υποχωρώ. Αυτή φταίει που φύγανε. Μέχρι την τελευταία μαύρη στιγμή της πρέπει να με υπηρετεί και αυτό θα πράτει. Συγκεντρώνομαι ξανά. Αφουγκράζομαι. Μου μιλά αλλά δεν ακούω τι λέει. Με πλένει και η οργή μου κορυφώνεται. Η προσοχή μου αποσπάται απο την αναμονή. Την σπρώχνω βίαια. Πέφτει στο πάτωμα. Ερχεται βιαστικά και ρίχνει λίγο κρύο νερό στο πόδι μου. ΟΛοκλήρωσε και για σήμερα το χρέος της. Η εργασία της εκτελέστηκε. Φεύγει. Ενα μειδίαμα πλανάται στο αυλακιασμένο απαίσιο λεπτό δέρμα του προσώπου της. Είναι χαρούμενη? Εφυγε.
    Οι ήχοι με διαπερνούν πάλι. Όμοιοι, επαναλαμβανόμενοι, αδιάφοροι. Ψάχνω ανάμεσά τους έναν και μοναδικό τόνο. Τον δικό της. Αυτό με απασχολεί. Είναι ο προορισμός μου.
    Γιατί δεν τρέχω να την συναντήσω να της ζητήσω να με συγχωρέσει? Ποτέ δεν έπραξα ούτε θα πράξω με αυτό τον τρόπο γιατί δεν έμαθα. Ξέρω ότι και αν γυρίσει ξανά θα βρώ τον λόγο να της πω να φύγει και να μην ξαναέρθει.Ο τρόπος μου είναι αυτό που ποθώ. Θα αναμένω γυμνός καθισμένος στην κρύα καρέκλα αφοδεύοντας στο ξύλινο πάτωμα.
    Ζω την πραγματικότητά μου. Είμαι φυλακισμένος στο στενό μυαλό μου και δεν θα υποκύψω. Υποδεικνύω και επιδεικνύω τη μορφή της. Είμαι άλλωστε κατασκεύασμά της.
    Πρέπει να εργαστώ ξανά. Οι σκέψεις με ξεμάκρυναν απο τα θέλω μου. Ο ήχος της δεν υπάρχει,πουθενά. Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχώ. Η προσωπική μου αταραξία στέκει αναλοίωτη.
    Είμαι ευτυχισμένος,
  • Super Π Ρ Ο Σ Φ Ο Ρ Α
    Αγοράστε τα τρία βιβλία των
    Οδυσσέα Ανδρούτσου - Ψευδή Σημεία Επαφής (ΑΜΟΝΙ-2005)

    Χρήστου Σιδερή - Ο Μετρητής της Ευτυχίας (ΤΥΦΛΟΜΥΓΑ - 2005)

    Λαρυ Κουλ - Τον Κανένα θα τον Φάω... τελευταίο. (ΤΥΦΛΟΜΥΓΑ-ΑΜΟΝΙ - 2006)


    για μόνο 35 ευρώ



    και πάρτε ΔΩΡΟ τη συλλογή διηγημάτων
    FORTUNE COOKIES

    ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ στο Βιβλιοπωλείο ΑΜΟΝΙ - Ανταίου 2 & Δεινοχάρους 1 - Πλατεία Μερκούρη - Άνω Πετράλωνα
  • Ο Λαγός
    Έβρεχε. Πάντα αισθάνομαι θνήσιμος όταν βρέχει. Ίσως βέβαια συνέβαλε η μαύρη κάνη του πυροβόλου όπλου που καταλάμβανε το εστιακό κέντρο του οπτικού μου πεδίου. Στο βάθος, μια γνώριμη φιγούρα. Εκείνη!
    Είχε έρθει το τέλος; Είχα δει τόσους ψευτικούς φόνους που το σκηνικό έμοιαζε γελοία οικείο. Θα πατούσε άραγε την σκανδάλη; Το κεφάλι μου θα εκρηγνυόταν; «Παίζαμε» σε .σπλάτερ ταινία, θα σκόρπιζε τα μυαλά μου στο πάτωμα ή απλά θα με πυροβολούσε στη καρδιά; Μπορεί και να προτιμούσε το στομάχι, ο θάνατος ήταν βέβαιος και το θύμα πέθαινε μέσα σε αφόρητους πόνους. Αυτό μάλλον ταίριαζε περισσότερο με την διάθεση της. Ας έκανε ότι ήθελε. Δεν με ένοιαζε....
    Ψέματα! Με ένοιαζε
    Χαμογέλασα βεβιασμένα αλλά εκείνη νόμιζε ότι της έδειχνα τα δόντια μου. Δεν θα το έκανα ποτέ αυτό! Έσφιξε το δάκτυλο στη σκανδάλη..... Υπομονή
    Θέλει να είναι ο αγγελιοφόρος Να δώσει τέλος στο μαρτύριο μου. Κανείς δεν επιθυμεί να πεθαίνει μόνος. Θα με πάρει μαζί της, ζωντανό ανάθημα, χρήσιμο στην διάβαση για τον κάτω κόσμο. Αναρωτιέμαι αν έχει σκοπό να αυτοκτονήσει μετά; Θα ήταν κρίμα να διαλύσει αυτό το υπέροχο προσωπάκι. Εστίασα στα δύο μέτρα και εβδομήντα εκατοστά. Το πιστόλι θόλωσε ελαφρά. Μπορώ τώρα να βλέπω τα στήθη της να πάλλονται από θυμό, αγωνία και επιθυμία. Με θέλει ακόμα! Το νιώθω. Με σιχαίνεται και με ποθεί. Είμαι ο αιθέρας ο θεός κι ο διάβολος. Είμαι αυτό που είμαι!
    Φορά ένα σχεδόν διάφανο υπόλευκο φανελάκι, κοντή μαύρη φούστα και μαύρες λεπτές μπότες με μικρό τακούνι. Μια κόκκινη κορδέλα κρατά τα μαλλιά της μακρυά από το πρόσωπο. Τα «εργαλεία» παγίδευσης! Δεν φορά στηθόδεσμο. Αναρωτιέμαι τι να κρύβεται κάτω από την μικροσκοπική φούστα. Ένιωσα το πλέον ενστικτώδες τμήμα του σώματος μου να σαλεύει στο υπογάστριο. Κατάρα!
    «Μη κινείσαι». διέταξε.
    Κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να αποτραβήξει το βλέμμα της από τον κάβαλο του παντελονιού μου.
    "Μήπως δεν έπρεπε τελικά να δημοσιεύσω τις γυμνές της φωτογραφίες στο ίντερνετ;" σκέφτηκα. Εντάξεις μερικές φωτογραφίες και πέντε έξι βίντεο. Σιγά τα ώα! Εκείνη πάντως το είχε δεχτεί πολύ άσχημα! Μου φαινόταν ότι η αντίδραση της ήταν υπερβολική, σε σχέση με τη δράση μου! Δεν χάθηκε ο κόσμος, άλλωστε ήταν υπέροχη γυμνή και εγώ απλά έδωσα την ευκαιρία σε περισσότερο κόσμο να την απολάυσει και γιατί όχι να ικανοποιηθεί μαζί της. Σάμπως αυτό δεν είναι τιμητικό για μία γυναίκα, να ξέρει ότι είναι επιθυμητή και ότι οι άντρες αυυτοικανοποιούνται με τα θέλγητρά της; Περίεργες που είναι οι γυναίκες. Αποό τη μία πασχίζουν να γίνουν ηθοποιοί, τραγουδίστριες, δημόσια πρόσωπα γενικά, ποζάρουν σε περιοδικά ημίγυμνες ή ολοκληρωτικά γυμνές και όταν εσύ λειτουργήσεις ώς προάγγελος των φιλοδοξιών τους λένε όχι και επιχειρούν να σε σκοτώσουν. Μα την αλήθεια, δεν ξέρουν τι θέλουν!
    Έπρεπε να αντιπαρέρθω στον θυμό της να την αντικρούσω με ρεαλιστικά επιχειρήματα, να της αποδείξω ότι απλά έκανα εκείνο που κι εκείνη ήθελε ενδόμυχα και αν τελικά εποφθαλμιούσε και λίγα από τα χρήματα που πήρα για τα ωραιότατα βίντεο των συνευρέσεων μας μπορούσα να της δώσω και ένα σημαντικό ποσοστό των κερδών. Άλλωστε, εκείνη εργαζόταν για το δημόσιο, δεν είχε ιδιαίτερες ανάγκες να καλύψει όπως εγώ που ήμουν μονίμως άφραγκος!
    Φυσικά όλα αυτά απλώς τα σκεπτόμουν, δεν τολμούσα να ψελίσσω ούτε λέξη, τόσο σοκαρισμένος ήμουν, τόσο κοντά στον θάνατο ένιωθα! Ρε παιδιά, αυτά που λένε "Ένιωθα την καφτή ανάσα του θανάτου στο σβέρκο μου" και διάφορες παρόμοιες αηδίες ορκίζομαι ότι είναι αλήθεια! Και δεν είχα καμία αμφιβολία ότι θα με σκότωνε εκείνη τη στιγμή εκτός κι αν έβγαζα ένα αξιοπρόσεκτο λαγό από το καπέλο....
    Έτσι παντρευτήκαμε!
  • Από τη γωνία
    Λένε πως η ζωή είναι κύκλος. Καθώς ο κύκλος δεν έχει γωνίες είναι καθαρά θέμα προσωπικής επιλογής αν εφεύρεις μια και λουφάξεις εκεί. Σύγχρονοι επιστήμονες υπερασπίζονται πως ζούμε σε μια δίνη που μας παρασύρει ανεξαιρέτως όλους κάθε στιγμή, αρχαίοι φιλόσοφοι αγόρευαν ότι τα πάντα ρεί κ.τ.λ. Άρα κάθε στιγμή αυτής της περίεργης ζωής είναι πραγματικά μοναδική. Παρότι ξυπνάς και σηκώνεσαι κάθε μέρα από την ίδια πλευρά του κρεβατιού φορώντας τις ίδιες παντόφλες, ποτέ αυτή η στιγμή του ξυπνήματος δεν είναι ακριβώς ίδια με κάποια άλλη. Έτσι τουλάχιστον λένε. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος για απελπισία και απομόνωση. Αυτόματα, με τη γέννησή σου είσαι μέσα στο χορό, άρα τα πάντα μπορούν να συμβούν, άρα είναι μάλλον ενάντια στη φύση να κυνηγάς τις γωνίες. Η μήπως δεν τις κυνηγάς εσύ, αλλά αυτές;
    Στο Δημοτικό η δασκάλα με απάλλασσε συχνά από το γλυκό βασανιστήριο του διπλανού μου στέλνοντάς τον τιμωρία και θέτοντας αυτόματα και μένα στο περιθώριο. Ήταν αυτός που έκανε τη φασαρία και για τους δυο μας και έτσι έμπαινα και γω τιμωρία μέσα από αυτόν. Μπορεί να συνέχιζα να κάθομαι στο θρανίο μου αλλά το μυαλό μου ήταν στη διπλανή θέση που έτσι άδεια έμοιαζε χαοτικά θλιβερή. Ήθελα να κάνω και γω φασαρία, ήθελα να κάνω πλάκα, να γελάσω δυνατά, να σπάσω τα νεύρα της δασκάλας αλλά ήμουν ένα γλυκό και ήσυχο κοριτσάκι και όλες αυτές οι σκανδαλιές ήταν ευθύς εξαρχής απαγορευμένος καρπός που δε θα γευόμουν ποτέ. Λούφαζα στη θέση μου στο κέντρο της αίθουσας, αλλά καταβάθος ήμουν απούσα στη γωνία μου, το μυαλό μου ταξίδευε σε όσα δε θα τολμούσα να κάνω ποτέ παρά μόνο μέσα από τους άλλους.
    Στο γυμνάσιο η γυμνάστρια κάθε φορά μου φώναζε: «Στην άκρη Παπαδοπούλου!!!». Δεν κατάφερνα ποτέ να κάνω πάσα τη μπάλα του βόλεϊ, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά την ομάδα μου στην ήττα. Η μόνη λύση ήταν να με απομακρύνουν από το φιλέ. Όχι ότι είχα ιδιαίτερο πρόβλημα με αυτό, αλλά να, έβλεπα για άλλη μια φορά το προαύλιο από τη γωνία.
    Μεγαλώνοντας ανακάλυψα πως ο κόσμος αυτός έχει άπειρες γωνίες. Γωνίες υπήρχαν παντού: στα μπάρ, στις αίθουσες χορού, γυμναστικής, πολιτιστικών εκδηλώσεων. Γωνίες είχε το σπίτι του φίλου μου, των κολλητών μου, των γνωστών και των αγνώστων. Υπήρχε παντού μια γωνία για να εναποθέσω τις ανασφάλειες μου. Υπήρχαν παντού τέτοιες και με καλούσαν σαν σειρήνες. Και αργότερα ακόμη, που σαν ενήλικη βγήκα στην αγορά εργασίας, εκεί κι αν ήταν τεράστιες και προκλητικές! Πρόσφεραν ασφάλεια αλλά σε κατέτασσαν σε αναγκαίο κακό στη συνείδηση των άλλων. «Δεν παίρνει καμιά πρωτοβουλία. Είναι σα φυτό στη γωνία!» « Καλά αυτή έπιασε από τώρα γωνία, περιμένει τη σύνταξη!» « Καλά, μην κάνεις τίποτα εσύ, κάτσε στη γωνία!»
    Ναι, τα γραφεία έχουν πραγματικά πολλές από αυτές και είναι σκέτη πρόκληση για ανθρώπους σαν κι εμένα. Αποφάσισα να βρω δουλειές του δρόμου ή μάλλον αναγκάστηκα. Εκεί οι γωνίες ήταν εξωτερικές. Δεν μπορούσες να λουφάξεις σε αυτές, έπρεπε διαρκώς να τις προσπερνάς. « Στρίψε στη γωνία, μετά τη γωνία, μη στέκεσαι στη γωνία. Στην άλλη γωνία!! Μα, καλά δεν βλέπεις; Εκεί! Εκεί! Εκεί!» Δεν έβλεπα, είχα συνηθίσει να προσανατολίζομαι με βάση τις άκρες. Αν βρισκόμουν σε ένα αχανές στάδιο για παράδειγμα με έπιανε κρύος ιδρώτας, δεν μπορούσα με τίποτα να το διασχίσω. Με έπιανε ταχυπαλμία, η όραση μου θόλωνε και μου ερχόταν να λιποθυμήσω.
    Μια μέρα αποφάσισα να πάω σε ψυχολόγο. Αυτή μου η εμμονή έπρεπε να πάρει τέλος. Έπρεπε να μπω στο χορό και να χορέψω. Ο ψυχολόγος μου έβαζε ασκήσεις κάθε εβδομάδα. Τώρα έπρεπε να αποφεύγω τις γωνίες όπως ο διάολος το λιβάνι. Άπαξ και έβλεπα μια από αυτές έπρεπε να τρέχω μακριά. « Το Κέντρο, δεσποινίς Παπαδοπούλου, αυτό θα αναζητάτε από δω και πέρα. Εκεί θα συναντήσετε ό,τι απωθούσατε σ’ όλη σας τη ζωή. Το Κέντρο θα σας ανταμείψει και θα σας ολοκληρώσει. Δεν είστε και μικρή, δεσποινίς Παπαδοπούλου, φτάσατε τα τριάντα και πρέπει να βάλετε τα δυνατά σας για να ζήσετε μια φυσιολογική ζωή!» Αυτά είπε ο κύριος Σχιζοφρενίδης στην πρώτη μας συνεδρία και με έπεισε πως είχε χτυπήσει φλέβα.
    Ακολουθούσα πιστά τις οδηγίες του, δεν έχανα συνεδρία, κρατούσα λεπτομερείς σημειώσεις για την πρόοδο μου όπως μου είχε συστήσει. «Σήμερα στάθηκα μόνο 5 λεπτά στην αριστερή πίσω γωνία του ταχυδρομείου της γειτονιάς μου και αυτό συνέβη επειδή η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη και δεν χωρούσα πουθενά αλλού». Ο κύριος Σχιζοφρενίδης ανέλυε κάθε μου σημείωση. Ήταν πραγματικά ασφυκτικά γεμάτη η αίθουσα, ή υπήρχε κάποια κενή καρέκλα στο κέντρο που έκανα πως δεν πρόσεξα; Μήπως ένα μικρό κενό πιο κεντρικά που με χωρούσε; Όχι, αλήθεια σας λέω, η αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη από συνταξιούχους. Ο κύριος Σχιζοφρενίδης με κοιτούσε με δυσπιστία πάνω από τα πρεσβυωπικά γυαλιά του και κάθε φορά ανέβαζε σαδιστικά το δείκτη δυσκολίας των ασκήσεων.
    Σε μια από αυτές μου ζήτησε την επόμενη φορά που θα πάω στο σπίτι του φίλου μου αντί να καθίσω στην αγαπημένη μου θέση που βρίσκονταν όπως του είχα πει, πάνω στο κρεβάτι, δίπλα στη γωνία, να πάρω μια καρέκλα και να καθίσω στο κέντρο του δωματίου απέναντί του. Έτσι θα εκτιθόμουν στο βλέμμα του, είχε πει με φανερή έξαψη που έκανε τα μάτια του να γυαλίζουν και το στόμα του να γεμίζει σάλιο , χωρίς να καταφέρω να το αποφύγω, όπως όλες τις άλλες φορές. Είχε την έξαψη που έχει ένας εξορκιστής πριν τον εξορκισμό. Ήταν σίγουρος πως μου είχε βάλει την πιο δύσκολη άσκηση που γινόταν και πως θα κατάφερνε μ’ αυτό τον τρόπο να βγάλει από μέσα μου κομμάτι από το τέρας.
    Αλίμονο, ο καημένος δεν είχε προβλέψει το γεγονός ότι ο φίλος μου άλλο δεν έκανε από το να στρίβει μπάφους. Δε θα σήκωνε το κεφάλι του από την αγαπημένη του συνήθεια ακόμη και αν είχα μεταμφιεστεί σαν τον Ναπολέοντα και χόρευα σα ζουλού γύρω από φανταστικές φωτιές. Όταν διάβασε τις σημειώσεις μου πίστεψε πως τον κοροϊδεύω. « Σήμερα, κάθισα τρεις και μισή ώρες στο κέντρο του δωματίου του φίλου μου που βρίσκεται στην οδό Τερψιθέας 16, όροφο 1ο, σε καρέκλα που εναπόθεσα εκεί για τον συγκεκριμένο θεραπευτικό σκοπό, χωρίς να τραβήξω ούτε μια στιγμή το βλέμμα του ή να του προκαλέσω κάποια άλλη αντίδραση. Θεωρώ πως παρόλο που η άσκηση εκτελέσθηκε, ο σκοπός δεν επετεύχθη.»
    Η αφοπλιστική μου ειλικρίνεια δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ο κύριος Σχιζοφρενίδης έβγαλε τα γυαλιά του δίχως να σηκώσει το κεφάλι από το γραπτό μου και τα εναπόθεσε αργά πάνω στο γραφείο του. Ποτέ δεν τον είχα δει τόσο σοβαρό. «Δεσποινίς Παπαδοπούλου, μου είπε, νομίζω πως πρέπει να διακόψουμε τις συνεδρίες. Είναι φανερό, συνέχισε σηκώνοντας το κεφάλι και κοιτώντας με βλοσυρά στα μάτια, πως δεν έχετε πάρει στα σοβαρά τη θεραπεία σας.»
    Η μήπως την είχα πάρει πολύ στα σοβαρά; Όλη αυτή η εμμονή να κρατηθώ μακριά από τις γωνίες με μεταφόρτωνε σε κοινωνικό φρικιό. Αν η παρέα μου τύχαινε να στέκεται στην άκρη της αίθουσας την απέφευγα ή στεκόμουν κάποια μέτρα πιο μακριά, προς το κέντρο φωνάζοντάς τους αυτά που ήθελα να πω και προκαλώντας σε όλους φανερή αμηχανία. Μια φορά που είχαμε πάει κινηματογράφο κόντεψα να πάθω νευρική κρίση όταν η μοναδική θέση που είχε μείνει άδεια ήταν ή γωνιακή στο πίσω μέρος της αίθουσας. Το θεώρησα σημάδι από το σύμπαν και αυτό αποδείχτηκε βαρύ πλήγμα για τη θεραπεία μου.
    Είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ βέβαια πως πολλά ωραία πράγματα μπορούσαν να συμβούν αν απλά στεκόσουν στο κέντρο. Μια μέρα στη διάρκεια μιας άσκησης από αυτές του κυρίου Σχιζοφρενίδη στεκόμουν στο κέντρο μιας πλατείας. Είχε αρχίσει να με λούζει κρύος ιδρώτας καθώς ήμουν εκεί ήδη δέκα λεπτά. Έπρεπε να μείνω άλλα πέντε για να ολοκληρώσω την άσκηση. Έσφιγγα τα δόντια και έκανα υπομονή. Η έκθεση μου ήταν αρκετά επώδυνη. Ένιωθα πως δεν είχα που να στηριχτώ, πως ήμουν ανυπεράσπιστη και εκτεθειμένη, αλλά το χειρότερο απ’ όλα ήταν ένα βαθύτατο συναίσθημα ότι δεν υπήρχα πραγματικά. Νομίζω πως είχα εκτεθεί τόσο σε κάτι που θεωρούσα επικίνδυνο που το μυαλό μου είχε αρχίσει να λειτουργεί περίεργα. Θα έλεγε κανείς πως είχα φτάσει στα όρια μου. Νόμιζα πως από στιγμή σε στιγμή θα πάψω να υπάρχω, πως θα εξαϋλωθώ. Ο κόσμος γύρω μου μου φαινόταν σαν να μην υπάρχει πραγματικά. Σαν να είναι σκηνικό από κάποια ταινία ή μάλλον εικόνα βγαλμένη από ένα βιβλίο. Ταυτόχρονα σαν να μην έφταναν όλα αυτά είχα πάθει κάτι σαν αγκύλωση. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Είχα ακινητοποιηθεί.
    Ο Κύριος Σχιζοφρενίδης με είχε συμβουλέψει να βρω με κάτι να ασχοληθώ για να μην νιώθω ανούσια την παραμονή μου στο κέντρο της πλατείας. Έτσι είχα πάρει ένα ψωμί και είχα σκοπό να ταΐσω τα περιστέρια. Αλλά καθώς είχα παραλύσει, απλά κρατούσα το ψωμί στο χέρι. Τα περιστέρια έκοβαν βόλτες πάνω από το κεφάλι μου. Είχαν μυριστεί την τροφή τους. Χωρίς άλλο μου κρατούσαν κακία που δεν τα τάιζα. Θέλουμε το ψωμί μας!! μοιάζει να έλεγαν τα κρωξίματα τους. Επικεντρώθηκα σ’ αυτά για να ξεχαστώ. Μπορούσα να νιώσω την ανυπομονησία τους και αυτά πετούσαν όλο και πιο χαμηλά φτάνοντας τα λίγα εκατοστά από το κεφάλι μου αλλά κανένα δεν τολμούσε να τσιμπήσει το ψωμί από το χέρι μου. «Εσείς δεν είστε πουλιά, είστε κότες είπα από μέσα μου. Κότες, κότες φοβητσιάρες!» Μου απαντούσαν με όλο πιο επιτακτικά κρωξίματα και απότομα φτερουγίσματα. Μαλώναμε δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. « Για να σας δω, έλεγα, έχω φρέσκο ψωμάκι στο χέρι, δεν τολμάτε ε; Τι περιμένετε; Ελάτε!! Κοτούλες!»
    Εκεί, στη μέση της πλατείας, ακίνητη με το ψωμί στο χέρι και τα πουλιά να κάνουν εκνευρισμένα όλο και πιο απειλητικούς, κλειστούς κύκλους από πάνω μου , σίγουρα θα αποτελούσα ένα σουρεαλιστικό θέαμα, αλλά κάτι ξαφνικά διέκοψε τον διάλογο μας. Μια ζεστή κουτσουλιά στόλιζε τώρα το κέντρο του μετώπου μου. Μια ζεστή, αληθινή πέρα για πέρα κουτσουλιά Και σαν αυτό να σήμανε την εκδίκησή τους όλα μαζί πέταξαν ικανοποιημένα μακριά αφήνοντάς με μόνη. Όταν συνέβη αυτό θυμήθηκα να κοιτάξω το ρολόι μου. Είχαν περάσει είκοσι πέντε ολόκληρα λεπτά. Είχα επικοινωνήσει με τα πουλιά, μαλώσαμε, με χέσανε και φύγανε. Τι εξαιρετική εμπειρία! Και πέρα για πέρα αληθινή. Εγκατέλειψα την πλατεία με ένα μειδίαμα στα χείλη αφού πρώτα πέταξα το ψωμί σε διάφορες γωνιές. Μπορεί να υπήρχαν πουλιά με το ίδιο πρόβλημα με μένα.
    Μετά από εβδομάδες έκθεσης σε πλατείες, γήπεδα, ανοιχτούς χώρους, μετά από την αποφυγή εκατοντάδων δελεαστικών γωνιών και έχοντας επιδείξει όλον αυτόν τον καιρό τη μέγιστη δυνατή πειθαρχία μπορούσα με βεβαιότητα να πω ότι δεν έβλεπα την παραμικρή εξέλιξη στη ζωή μου. Συνέχιζα να είμαι το ίδιο δειλή και φοβητσιάρα. Ώσπου μια μέρα βρέθηκα σε ένα πάρτυ. Μπορεί να μην ήμουν στο κέντρο της αίθουσας αλλά δεν στεκόμουν ούτε στη γωνία. Ήμουν ανάμεσα σε χαρούμενους ανθρώπους και μάλλον αυτό έκανε τη διαφορά. Αρχίσαμε να χορεύουμε σαν να είμαστε όλη μια παρέα. Στην αρχή με πατούσαν, με σκουντούσαν καθώς χόρευαν και αυτό με κινητοποίησε και άρχισα και γω να γελάω, να χαίρομαι και να κουνιέμαι. Σιγά σιγά κατάφερα πραγματικά να εκφραστώ μέσω του τρελού χορού μου. Πηδούσα, στριφογυρνούσα, έκανα τρελές φιγούρες και το σπουδαιότερο έπιανα χώρο. Χώρο για μένα. Τότε ένιωσα για πρώτη φορά σαν ένα μόριο της πελώριας ανθρωπότητας, σαν μέρος του ποταμού που ρέει χωρίς σταματημό. Η ύπαρξη μου είχε και δεν είχε νόημα. Τίποτα δεν θα κατέρρεε αν έπαυα να υπάρχω. Απ’ την άλλη, αν συνέχιζα να ζω ίσως να περνούσα κάτι δικό μου στον κόσμο. Ίσως να έφερνα μια μικρή αλλαγή . Ίσως η ζωή μου να είχε νόημα για κάποιους λίγους γνωστούς , για κάποιους ελάχιστους αγνώστους. Αλλά η γωνία, αυτό το σημείο μεταξύ θανάτου και ζωής δεν είχε κανένα λόγο ύπαρξης πια.
  • Η τηλεόραση...κάποτε...
    Έφτιαξα καφέ, εξασφάλισα την απουσία του παράξενου επισκέπτη (σχετικά, γιατί η πόρτα του δωματίου του δεν κλείνει καλά), έβαλα τον καινούργιο δίσκο των Rage against the machine στο πλατό και άραξα να περιμένω τη Γιώτα που είχε ήδη -όπως όφειλε άλλωστε- αργήσει. Η τηλεόραση ήταν ακόμα ανοιχτή, έπαιζε -ως συνήθως- μαλακίες. Έκανα ζάπινγκ -το εθνικό μας σπορ- και χάζευα αφηρημένος τις εικόνες όταν θυμήθηκα ένα όνειρο που μου είχε διηγηθεί η Γιώτα κάποτε:

    Ήταν λέει καθισμένη επί ώρες μπροστά στο χαζοκούτι. Τα μάτια της έτσουζαν και δεν μπορούσε να εστιάσει καλά. Αφηρημένη, με νωχελικές κινήσεις χρησιμοποιούσε συνέχεια το τηλεκοντρόλ. Σε μια στιγμή γλίστρησε -άθελα της;- κάτω από το φουστάνι. Ήταν ζεστό μες τα χέρια της και μια γλυκεία ανατριχίλα την διέτρεξε καθώς τριβόταν απαλά στο εσωτερικό των μηρών της. Τράβηξε λίγο το μικροσκοπικό κυλοττάκι και γλίστρησε τη γωνιά του μες στην ήβη της. Έτριψε λίγο τη κλειτορίδα και φύσηξε αγέρας στη χώρα της λήθης. Έβρεξε. Τώρα ήθελε πιο μέσα, είχε την ανάγκη της διείσδυσης. Με μια μικρή προσπάθεια ήταν μέσα της κατά το ένα τρίτο. Εντωμεταξύ, τα κανάλια διαδέχονταν το ένα το άλλο, οι εκφωνητές σε κατάσταση γενικής απόγνωσης παρακολουθούσαν το εξαίσιο θέαμα. Σιγά σιγά, άνοιξε η τροπική ζούγκλα και κατάπιε ολόκληρο το τηλεκοντρόλ. Κουνιόταν δαιμονισμένα τώρα κι ο πομπός μπαινόβγαινε στο σώμα της σαν έμβολο. είχε μουσκέψει τη πολυθρόνα, η κυλόττα της σκισμένη σπαρταρούσε στο μωσαϊκό και το τηλεκοντρόλ έμοιαζε με καυτό αντρικό πέος στο κόλπο της. Απέναντι, η εικόνα παρακολουθούσε συνεπαρμένη. “Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα” έδινε εντολές και το χέρι της ανταποκρινόταν αμέσως. “Ναι ναι, γάμα με, ξέσκισε με” ψιθύρισε και έχυσε. Της πήρε σχεδόν πέντε λεπτά να βρει την ανάσα της και να ακούσει τις φωνές.
    Στο μεγάλο κανάλι, σύσσωμοι οι μπάτσοι με τα μικρόφωνα, χειροκροτούσαν τον εμπνευσμένο αυνανισμό. Οι άντρες, είχαν κατεβάσει τα παντελόνια και μαλακίζονταν, με τις γλώσσες έξω και τα μάτια αλλήθωρα (εκτός από τον Χατζηνικολάου ο οποίος μαλακιζόταν μεν, αλλά ήταν σταθερά σοβαρός και δεν έβγαζε έξω τη γλώσσα). Οι γυναίκες, είχαν πάρει όλα τα διαθέσιμα μικρόφωνα και τα έχωναν σε όποια τρύπα ήταν εύκαιρη (όχι αναγκαστικά δική τους κι όχι αποκλειστικά γυναικεία). Ήταν μια γιγαντιαία τηλεοπτική παρτούζα.
    Η Γιώτα έκπληκτη, έβγαλε το τηλεκοντρόλ από μέσα της, το απόθεσε με σεβασμό στο τραπέζι και άλλαξε κανάλι. Έπιασε ΑΝΤ1 και είδε τη Ρούλα Κορομηλά (μα τι κάνεις εκεί πέρα μωρή ψώλα;) με τα μπούτια ορθάνοιχτα κι ανάμεσα τους να χάσκει μια τρύπα σε μέγεθος κεντρικής σωλήνας της Ε.ΥΔ.ΑΠ ενώ στα πλάγια, δυο μπακαλιάροι πλατσούριζαν χαρούμενα. Ο Τέρενς, είχε μισοχώσει το κεφάλι του στον σεξουαλικό βόα ώσπου, σιγά σιγά, τον κατάπιε σαν κουνέλι. Η Ρούλα σπαρταρούσε από ηδονή καθώς χωνόταν βαθιά μέσα στη μήτρα της. (Συνάντησε κι άλλους φίλους εκεί ο Τέρενς. Ήταν ο Στέφανο, δίπλα στο τζάκι πίνοντας φίνο ουίσκι, ο Μαρίνος, που περνούσε και είπε να μπει κι ένας άσημος ηχολήπτης. Ήταν μια θαυμάσια συντροφιά μέχρι ....)
    Έξω από τη Ρούλα γινόταν πανικός. Αυτή η καριόλα η Μαλβίνα, αφού σκότωσε τους πάντες και τα πάντα στο Mega μπούκαρε στον ΑΝΤ1, εντελώς αφηνιασμένη και κτυπούσε μέχρι θανάτου όποιον βρισκόταν στο δρόμο της. είχε βγάλει έξω από το στρατιωτικό παντελόνι μια κλειτορίδα σε μέγεθος Αφρικανικής μπανάνας και σκληρότητα ροπάλου του μπέηζ-μπολ και όποιον σκότωνε τον γαμούσε, αδιακρίτως αν ήταν άντρας, γυναίκα, μικρό παιδί, βρέφος, σκύλος, κουνέλι ή περιστέρι. Κάπου μες το πανικό, πέτυχε τη Ρούλα και αφού έβγαλε μια άναρθρη κραυγή, άρχισε να τη κτυπά στα βυζιά με όλη της την δύναμη κι έπειτα στο πρόσωπο, τη κοιλιά, τα πόδια, μετατρέποντας το λευκό δέρμα σε ασπροκόκκινο πολτό. Ήταν ήδη ετοιμοθάνατη όταν επιχείρησε να χώσει την ευμεγέθη κλειτορίδα της στο ορθάνοιχτο στόμα. Η Ρούλα δεν είχε πει όμως την τελευταία της λέξη και πριν πέσει νεκρή, δάγκωσε γερά και έκοψε την ψωλή της Μαλβίνας. Η Ρούλα πέθανε, ενώ η Μαλβίνα ξεφώνιζε και χτυπιόταν αιμόφυρτη στο πάτωμα. Μέσα από τη Ρούλα, ακούγονταν τα απελπισμένα ουρλιαχτά των τεσσάρων ψυχών που πέθαιναν από ασφυξία στον νεκρό κόλπο.
    Συνέχισε το ζάπινγκ για να διαπιστώσει πως η κατάσταση ήταν παρόμοια σε όλα τα κανάλια, εκτός από το seven X που έπαιζε το “Μπλάκ Αντερ” και τα κανάλια που συνήθως βάζουν σκληρό πορνό, τα οποία είχαν ντοκιμαντέρ από τους Βουσμάνους της έρημου Καλαχάρι, το Σουδάν και άλλα επιμορφωτικά προγράμματα (τα οποία προφανώς είχαν βουτήξει από την ΝΕΤ). Η Ελεάνα στο κανάλι 5 είχε βάλει από έναν άντρα σε κάθε τρύπα που μπορούσε να σκεφτεί (γεια σου Μιχάλη, γεια σου Βασίλη), ενώ ο Μυλωνάς αργόσβηνε θαμμένος κάτω από τα βυζιά της. Τη Γιατζόγλου, τη γαμούσε ένας γάιδαρος με πούτσα σαν σιδηροτροχιά (ότι του είχε πάρει συνέντευξη). Το τεράστιο, σκούρο καφέ πουτσοκέφαλο, έκανε την εμφάνιση -σαν έμβολο- από το ξεχειλωμένο στόμα και βέβαια, πρέπει να ήταν νεκρή από ώρα. Κάπου εκεί, κτύπησε το ξυπνητήρι……
  • ΗΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ
    Εκείνη τη περίοδο της ζωής μου βίωνα μεταφυσικές εμπειρίες. Βρισκόμουν σε μια κατάσταση ημιύπνωσης και το μυαλό μου ή η ψυχή μου αν θέλετε, ταξίδευε σε ξένες συνειδήσεις. Όταν αναδυόμουν από τον πνευματικό βυθό ήμουν αποπροσανατολισμένος και δυσκολευόμουν πολύ να προσαρμοστώ στη πραγματικότητα. Αυτό συνεχίστηκε για καιρό. Αργότερα, ήμουν σε θέση να επαναφέρομαι αμέσως μετά τη λήξη της εμπειρίας. Αυτήν την εμπειρία τότε την ονομάσαμε ανταλλαγή υποσυνειδήτων μα τώρα πια δεν είμαι και τόσο σίγουρος αν αυτός ο τίτλος ήταν αντιπροσωπευτικός. Βρισκόμουν αλήθεια μέσα σε ξένα υποσυνείδητα όμως δεν μπορούσα να ελέγχω τα λόγια ή τις πράξεις του “οικοδεσπότη” μου. Ήμουν ένας απλός παρατηρητής. Μπορούσα μόνο να σκέπτομαι και να βλέπω πράξεις και λόγια βγαλμένα από άγνωστα στόματα. Να κρίνω, να επικροτώ, να χαίρομαι και να θλίβομαι, ανήμπορος να κάνω το παραμικρό. Τη πρώτη ημέρα βρέθηκα στο μυαλό ενός δικαστή

    Μια μεγαλοπρεπής συγκυρία συγκέντρωσε όλους εμάς -τους επιφανείς λυγμούς- σε τούτο το μέγαρο.
    Ο μπάτσος με το γουνάκι μου ζήτησε να λογικευτώ. Είχα μια χλένη να σκεπάζει τη γύμνια μου. Μια λοχαγός της αεροπορίας πήρε το όργανο μου στο χέρι. Είχα στύση γρήγορα στα απαλά της χάδια και τα φιλιά της γλυκά, σα καλοφτιαγμένο ρυζόγαλο. Έχυσα, στο όμορφο στόμα και στο λευκό πρόσωπο. Ο μπάτσος με το γουνάκι ήταν έξω φρενών -μια συνυφασμένη απογοήτευση πλανιόταν στο μέγαρο. Με τράβηξαν βίαια στο διάδρομο, μου έδωσαν μαύρα, γελοία ρούχα κι ένα γουνάκι για τον ζωώδη λαιμό μου. Με οδήγησαν στην έδρα της ντροπής. Κάθισαν.
    “Είμαι πρόεδρος σε τούτο το μπουρδέλο” αναφώνησα. Κτύπησα ένα καμπανάκι και κάποιος άρχισε να λεει ανοησίες. Από την πόρτα στο βάθος της αίθουσας εμφανίζονταν διάφοροι. Έτρωγα τα νύχια μου με βουλιμία κι άκουγα τον παφλασμό των κυμάτων. Άνθρωποι έρχονταν κι έφευγαν. Κάποιοι ρωτούσαν, κάποιοι απαντούσαν ενώ εγώ, αφηρημένος, κουνούσα που και που το καμπανάκι γιατί θορυβούσαν και δεν μπορούσα να ακούσω τα κύματα. Κάτι μου είπαν, κάτι είπα και η αίθουσα άδειασε. Σκεπτόμουν τη λοχαγό και μου σηκώθηκε ξανά. “Φωνάξτε μου την λοχαγό” είπα σε έναν μπάτσο.
    Η λοχαγός με έγλυφε εξαιρετικά. Όταν τελείωσα για δεύτερη φορά στο στόμα της, την έγδυσα βιαστικά και είδα, τα λαχταριστά της στήθη και το προκλητικό κορμί. Ήμουν έτοιμος ξανά. Την ακούμπησα στην έδρα της ντροπής, της τράβηξα τα μαλλιά και ύγρανα το μεσαίο μου δάχτυλο στο μισάνοιχτο στόμα για να το τρίψω στην υπέροχη ήβη. Έπαιξα για λίγο με τη κλειτορίδα -που είχε ανοίξει πανιά σαν καικάκι έτοιμο για αναχώρηση- και έβρεξε χυμούς το υπέροχο μουνάκι. Έβγαλε μια μικρή φωνή -σιωπηλή προσευχή στον άγνωστο θεό- και άνοιξε το στόμα το παθιασμένο. Ήθελα να είχα κι άλλο όργανο, να το χώσω σε αυτό το θαυμάσιο στόμα κι ένα ακόμη, για τον εξαίσιο κώλο. Στα χέρια μου μεστά τα στήθη τα άγια. Θεέ μου, κράτησε για πάντα ετούτη τη στιγμή στη σαθρή μου μνήμη. Έφυγε.
    Μπερδεύτηκα στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του Μεγάρου της Ανοησίας. Ξάνοιξε ο πόνος και η ζαλάδα της ώριμης σκέψης. Στάθηκα σε μια γωνιά και στοχάστηκα, μια περασμένη οντότητα κούρνιασε στις πτυχές της νόησης. Φορούσα την χλαίνη. Έκανε κρύο ανακατεμένο με ψέματα που ειπώθηκαν και θα ειπωθούν ακόμη περισσότερα. Είμαι ανοικτή πληγή συναισθημάτων.
    Ένας μπάτσος με γραβάτα ψευδοραγούσε. Είχε ένα ανοικτό τραύμα στο δεξιό μέρος του κρανίου του. Οι αναλήθειες που ξεχύνονταν με απίστευτη ταχύτητα (τα ψέματα κινούνται με τη ταχύτητα του φωτός) είχαν σχηματίσει ένα μυθικό σωρό πλάι στο τσακισμένο κεφάλι. Έπεσε στο πάτωμα με το στόμα γεμάτο αφρούς και το κορμί να συσπάται. Προχώρησα.
    Ένα πελώριο φίδι έκρυβε στο πλαδαρό του κόρφο μιαν ειλλημένη απόφαση. Ήταν ένας Βόας διανόησης που ζούσε μυστικά, πίσω από τις κλειστές πόρτες του Μεγάρου της Ανοησίας. Μια μορφή ανέμου σφυροκοπούσε τα εκτεθειμένα συναισθήματα. Γλιστρούσα τις κυκλικές σκάλες βιώνοντας σμικρύνσεις καταστάσεων. Είχα μια διαρροή σκέψεων. Μικρά, αδειανά περιβλήματα που έπεφταν κάτω και φούσκωναν ώσπου έσκαζαν, κάνοντας έναν υπόκωφο κρότο. Είχα και μία διαρροή μνήμης, μια μικρή, ύπουλη τρυπίτσα στο κέντρο του μετώπου μου. Είδα, τον ελέφαντα του τρόμου -τη ψυχή μου χωρισμένη στο φόβο και τον σαδισμό-, ένα ισχνό σώμα να κρύβεται κι ένα άλλο να ποδοπατάει συνειδήσεις. Είδα, ένα κόσμο πνιγμένο στο αίμα, είδα ζωντανές καρδιές σκορπισμένες, είδα λεπρούς να κομματιάζονται από τον αγέρα, είδα κορίτσια να πεθαίνουν από έρωτα και σάλια επιληπτικών να με σκεπάζουν. Έφτασα σε ένα πλάτωμα.
    “Είμαι κόμπος στο λαιμό της δικαιοσύνης” φώναξα. Κάτω αριστερά, το ξεχασμένο όνειρο του εγγυητή χαράς. Ο χορός των φωνών απεφάνθη γι αυτόν “να σταλεί για πάντα στο ίδρυμα της βίας” και το ξεχασμένο όνειρο ξεψυχούσε, με ένα καρκίνο να πληροί την ύπαρξη του και τα σκονισμένα του μάτια, καταρράκτες δροσιάς, ακόμα. Άδραξα το λεύχαιμα, το εξάμβλωμα θανάτου στη χούφτα μου και το σύντριψα. Το ξεχασμένο όνειρο χαμογέλασε ανακουφισμένο και χώθηκε βιαστικά στη ψυχή μου. Ένα μειδίαμα σκέψης. Σε λίγο όμως χάθηκε πίσω από τους αρμυρούς εφιάλτες και το μειδίαμα έλιωσε.
    Είχα ένα μικρό χώρο και βημάτιζα διαρκώς. Επτά πατημένες σκέψεις αναστήθηκαν ταυτόχρονα κι έστησαν χορό στο ρυθμό των βημάτων μου. Τέσσερα σαπισμένα όνειρα -που κοιμόντουσαν στις σκάλες παρακάτω- ξύπνησαν και κοιτούσαν. Το ένα είχε το χρώμα της χλόης και μάτια γαλανά σαν ανοιξιάτικο ουρανό. Ένα άλλο είχε δυο δελφίνια ανάμεσα στα αφτιά του και κρουνούς ανέμου στη καρδιά. Τα άλλα δύο όνειρα ήσαν εφιάλτες. Οι σκέψεις σταμάτησαν τον χορό τους και περίμεναν να ξαναδώσω τον ρυθμό, κρεμασμένες θαρρείς από αόρατους γάντζους, η προσμονή του καλοκαιριού, η αρχή της Άπληξης, το ταξίδι της φαντασίας, μια τυχαία γνωριμία, ένας ανεκπλήρωτος πόθος, η τέχνη της ψευτιάς και ο μόνιμος “φύλακας” φόβος. Έκοψα ένα κομμάτι κρέας από το στήθος μου κι έκλεισα τη τρύπα των ονείρων. Αν είναι να χάσω τα όνειρα μου, καλύτερα το ‘χω να πεθάνω. Όσο για τις σκέψεις, τις εφήμερες σκέψεις, ας ξεχυθούν -βίαιος στρατός ερωτημάτων- κι ας κατακλύσουν τους διαδρόμους του Μεγάρου της Ανοησίας.
    Κατέβηκα τις σκάλες προσπερνώντας τα σαπισμένα όνειρα που ξεψυχούσαν. Βρέθηκα σε μια μεσαιωνική αίθουσα με δρύινα τραπέζια. Τα τραπέζια ήταν γεμάτα μπάτσους που καταβρόχθιζαν μεγάλες ποσότητες χρημάτων. Παράδες κάθε λογής κι εθνικότητας. Οι πιο εκλεκτοί για τα γουνάκια και τις γραβάτες και οι πιο παρακατιανοί για τους υπολοίπους. Εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε ένα κρότος και το κτίριο τραντάχτηκε συθέμελα. Η έκρηξη έκανε τους μπάτσους να σηκωθούν συγχρονισμένα -σα μπαλέτο ρυθμικής γυμναστικής- ενώ τα γουνάκια και οι γραβάτες, αφού ξεκοκάλισαν ότι είχε απομείνει, κρύφτηκαν γρήγορα κάτω από τα τραπέζια.
    Δεν φαινόταν τίποτα στο μισοσκόταδο του μεσαίωνα. Έκανα μια βόλτα στο επεξεργασμένο δρύινο δάσος. Τα βήματα μου ακούγονταν ολοκάθαρα στην ησυχία της αίθουσας. Έσκυψα για να τους δω να κρύβονται -με τις ποντικίσιες ψυχές τους γιομάτες φόβο- μα δεν υπήρχε τίποτα κάτω από τους δρυς. Αναρωτιόμουν που να κρύφτηκαν και μπουσουλώντας, χώθηκα κάτω από ένα αιωνόβιο δέντρο. Ξάπλωσα για λίγο στη σκιά του νεκρού δάσους. Μια κρυφή καταπακτή άνοιξε κάτω από το σώμα μου, κάνοντας με να χάσω την ισορροπία μου και να πέσω στο κενό. Βρέθηκα σε ένα μικρό δωμάτιο. Από πάνω μου η σκάλα, κατέληγε στο δρύινο δάσος. Η καταπακτή έκλεισε αυτόματα. Γούρλωσα τα μάτια μου. Κάτω από τη πόρτα αχνόφεγγε μια σχισμή φωτός. Βγήκα. Στο τέλος του διαδρόμου βρήκα μια ταμπέλα που έγραφε “ΑΙΘΟΥΣΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΩΣ”. Όλοι οι μπάτσοι με τα γουνάκια ήταν εκεί όπως και πολλοί μπάτσοι με μικρόφωνα. Ήταν αγανακτισμένοι και θορυβούσαν. Μόλις με είδαν έπεσαν πάνω μου σα πεινασμένα κοράκια. Κόντεψαν να με πνίξουν με τα μικρόφωνα και τα στόματα τα χυδαία που εκσφεντόντιζαν σάλια κι αηδίες προς το μέρος μου. Κατάφερα να φτάσω στο βήμα. “Καθίστε” γάβγισε κάποιος δεξιά μου. Μπροστά μου αραδιασμένα τα μικρόφωνα της λοβοτομημένης αλήθειας, τα εργαλεία του αρρωστιάρικου φόβου. “Είμαι πρόεδρος σε τούτο το μπουρδέλο” αναφώνησα
    “Γράφε, καταδικάζω την τρομοκρατική ενέργεια”
    “Σας σιχαίνομαι όλους. Είστε η πανούκλα του ανθρώπινου πνεύματος”
    “Γράφε, τη στυγερή δολοφονική επίθεση που στρέφεται ενάντια στη δικαιοσύνη”
    “Είστε σκουλήκια που τρέφεστε με φόβο, τον φόβο που οι ίδιοι σπέρνετε στις ψυχές μας”
    “Γράφε, και ενάντια στον ίδιο το λαό. Όμως”
    “Μόνο όταν εκτελεστείτε θα γλιτώσει ο κόσμος από το σινάφι σας καριόληδες”
    “Γράφε, η δικαιοσύνη θα μείνει ανεπηρέαστη στο έργο της”
    “Πουτάνες της ψευτιάς, γαμημένοι.”
    “Γράφε, υπέρμαχος της δημοκρατίας και του Συντάγματος’
    Ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. “Άντε γαμηθείτε καραγκιόζηδες” είπα και κίνησα να φύγω. Το σμήνος των χειροκροτημάτων με ακολούθησε και αχόρταγα χέρια απλώθηκαν να με αγγίξουν. “Γαμημένοι καραγκιόζηδες” ούρλιαζα ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσα να ξεφορτωθώ τα γελοία μαύρα ρούχα και το γουνάκι.
  • GuyDeborians !!!

alexalaf | Page 11 of 43 | ametanohtodance

Home

Sitemap

Επικοινωνία

Υποστήριξη

Οροι χρήσης

Εργασία

Διαφημιστείτε

Πρoσθήκη Web Site

Copyright 1995 - 2005. FoxReady internet services. All rights reserved.