Το πρόγραμμα περιήγησης που διαθέτετε δεν υποστηρίζει ενσωματωμένα πλαίσια ή αυτήν τη στιγμή είναι ρυθμισμένο έτσι ώστε να μην εμφανίζει ενσωματωμένα πλαίσια.
Κάντε μας αρχική σελίδα
Προσθήκη στ'αγαπημένα
Στείλτε αυτή τη σελίδα
τρεις και η καλή μου ώρα
Το κεφάλι μου είναι τρίγωνο και οι γωνίες του αιχμηρές.
Αυτός είναι άλλωστε και ο μόνος λόγος που προσέχω όταν σκέφτομαι. Αντίθετα, όταν κοιμάμαι, δεν μπορώ να με προσέχω. Έτσι εγκατέστησα το σύστημα αυτό με την κάμερα, για να με προστατεύει ο υπολογιστής μου.
Από τότε που το έστησα κοιμάμαι ήσυχος, τέλος πια στους ονειρικούς αυτοτραυματισμούς. Ακόμα και οι εφιάλτες μου, που τώρα πια είναι τόσο σπάνιοι, είναι αναίμακτοι. Επιτέλους ζω και αισθάνομαι ασφαλής.
Ο υπολογιστής με παρατηρεί κάθε νύχτα. Αν κινηθώ προς μια κατεύθυνση με πιθανότητα να τραυματιστώ, μου διοχετεύει μια ελαφριά ηλεκτρική εκκένωση στο σώμα, που με παραλύει στιγμιαία και διακόπτει την λανθασμένη μου κίνηση. Είναι δε τόσο χαμηλής τάσεως που δεν με ξυπνάει καν. Μερικά πρωϊνά μονάχα τυγχαίνει να νοιώθω υπερβολικά κουρασμένος. Ανατρέχω στο αρχείο του συστήματος και ανακαλύπτω πως ο ύπνος μου ήταν εξαιρετικά ανήσυχος, ίσως λόγω του βραδινού δείπνου. Χαμογελώ, διότι θυμάμαι πως μετά το στιφάδο πάντοτε ξυπνούσα γεμάτος αίματα. Αυτό συνέβαινε βεβαίως πριν εγκαταστήσω το εκπληκτικό νέο μου σύστημα.
Τις τελευταίες ημέρες, σκέφτηκα πως θα μπορούσα να εφαρμόσω την υπέροχη αυτή μηχανή και τις ώρες που είμαι ξύπνιος. Σε κάθε μου σκέψη πιθανή να με τραυματίσει, δέχομαι πλέον ένα ισχυρό ηλεκτροσόκ που με ρίχνει αναίσθητο. Άθελά μου, σταματώ τις επικίνδυνες σκέψεις πριν καν ολοκληρωθούν.
Αφού το εφήρμοσα για κάποιο διάστημα, συνειδητοποιώ πως σπαταλώ περισσότερες ώρες την ημέρα αναίσθητος σε διαδρόμους και πεζοδρόμια, παρά ξύπνιος. Γυρίζω σπίτι με ένα μυαλό άδειο, φορώντας ρούχα γεμάτα μιζέρια. Και έτσι αποφασίζω να κοιμάμαι πλέον διαρκώς. Άλλωστε μόνο στο όνειρο μπορώ να σκεφτώ ό,τι θέλω χωρίς να κινδυνεύω, αρκεί βέβαια να μην κινούμαι και δίνω στόχο στην μηχανή.
Αυτό όμως είναι ένα πρόβλημα, αφού θέλω να ζήσω ελεύθερος.
Κι έτσι ξεκινώ την ζωή μου από την αρχή.
Το κεφάλι μου είναι ολοστρόγγυλο και δεν υπάρχει απολύτως καμία προεξοχή.
Είναι δε τόσο τέλεια ζυγισμένο, που κατρακυλά αέναα όταν αφήνω ελεύθερη την φαντασία μου - αν δεν προσέξω μπορεί να χαθώ και δια παντός. Αυτός είναι και ο λόγος που πρέπει να προσέχω όταν φαντάζομαι. Αλλά τις ώρες του ύπνου, χαλαρώνω επικίνδυνα κι εκείνο γλυστρά, πέφτει στο πάτωμα και φτάνει ως την προνοητικά κλειδωμένη μου πόρτα. Ξυπνώ με πόνους, ψάχνοντας το κεφάλι μου. Για αυτόν τον λόγο, εγκατέστησα ένα σύστημα με κάμερες, να με προσέχει, τις ώρες του άστατου ύπνου.
Με τη νέα αυτή μηχανή, σαφώς βελτιωμένη της προηγούμενης, μόλις το κεφάλι μου αρχίσει να κατρακυλά, μια ρακέτα του σκουός με έναν εκπληκτικό σερβομηχανισμό το χτυπά και το επιστρέφει πίσω στον σβέρκο μου. Αλλόφρονες αλγόριθμοι καθιστούν το σύστημα εξαιρετικά ακριβές. Με αυτό τον τρόπο, κοιμάμαι επιτέλους και πάλι ασφαλής. Με λίγους πόνους και μώλωπες ενίοτε, αλλά ασφαλής από κάτι χειρότερο, όπως το να χάσω για πάντα το μυαλό μου από ένα όνειρο.
Στην συνέχεια σκέφτομαι να εφαρμόσω το σύστημα και τις ώρες που είμαι ξύπνιος. Μετά από μια σειρά δοκιμών, καταλήγω πως μια χαοτική ακολουθία από αστάθμητους παράγοντες, όπως καιρικά φαινόμενα και άλλες παθήσεις της γης, ακυρώνουν εν τέλει την ακρίβεια της μηχανής μου.
Αυτό είναι ένα πρόβλημα και μάλιστα πολύ σοβαρό.
Το κεφάλι μου έχει ακαθόριστο σχήμα.
Βρίσκεται μονίμως απόλυτα προστατευμένο σε μια γυάλα με σκέψεις - έτσι το σχήμα του δεν έχει απολύτως καμία σημασία, άλλωστε το πιο πιθανό είναι πως αλλάζει διαρκώς, χωρίς να το αντιλαμβάνομαι.
Μόλις γυρίζω σπίτι του διηγούμαι όσα έζησα. Του λέω όσα με κάνουν περήφανο και αφορούν ανθρώπους που αγαπώ. Αλλά όχι μόνο. Του μιλάω για οτιδήποτε, όσο μικρό και ασήμαντο αν φαίνεται. Ακόμα και γι’ αυτά τα ανόητα που με πονάνε.
Εκείνο με την σειρά του, φαντασιώνεται και μου γεννά υπέροχα όνειρα. Τα χαρίζει χωρίς καν να πρέπει να με παίρνει ο ύπνος. Κι εφόσον πλέον δεν κοιμάμαι ποτέ, δεν έχω ανάγκη από το όποιο σύστημα να με προσέχει τις ανύπαρκτες ώρες.
Και αν κάποτε το ακέφαλο σώμα μου χαθεί για πάντα στον δρόμο για το σπίτι, η γυάλα θα βρίσκεται πάντα εκεί. Το κεφάλι μου αιώνια ελεύθερο από σώμα και χρόνο, θα περιμένει τον επόμενο αλλόκοτο επισκέπτη, για να του διηγηθεί όλα μου τα όνειρα.
μηνάς ν. μηλιαράς
Μάρτιος 2009
Πaρaφρaση
Γράμματα
Κοιτάζω πίσω. Δεν υπάρχει κανείς να με κυνηγά. Για πρώτη φορά, έπειτα από τόσο χρόνο, είμαι μονάχος μου. Αισθάνομαι ελεύθερος και οι πρώτες μου σκέψεις είναι αναπόφευκτες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας. Μα όλα αυτά δεν διαρκούν πολύ. Γυρίζω και πάλι πίσω το κεφάλι και κοιτάζω, για να εξακριβώσω το προφανές. Δεν υπάρχει κανείς.
Ο δρόμος είναι σχετικά σκοτεινός. Ο αέρας φέρνει την βρώμα από έναν κάδο δίπλα μου, στον οποίον κάνουν επιδρομή δυο γάτες. Αυτοκίνητα. Νεκρά σφραγισμένα κουτιά, παρκαρισμένα παντού, ακόμη και πάνω στα λιγοστά δέντρα. Η σκέψη μου να φλυαρήσει δεν έχει χρόνο και επιστρέφει στον κυνηγό μου, που εξαφανίστηκε αναπάντεχα. Κι εγώ παραμένω ακίνητος εδώ. Γυρίζω απότομα και πάλι το κεφάλι. Πίσω μου σίγουρα δεν είναι κανείς.
Ένα ζευγάρι χασκογελά ενώ το αγόρι βγάζει κλειδιά από την τσέπη. Ας μην έχουν παρκάρει εδώ, εύχομαι. Πλησιάζουν. Δεν θέλω να τους κοιτώ, να μην δώσω δικαίωμα. Με κοιτούν όμως εκείνοι, απορούν και το κορίτσι σταματά να γελά. Πλησιάζουν κι άλλο. Εγώ ακίνητος, με το βλέμμα στο άπειρο. Με προσπερνούν. Δεν γυρίζω να κοιτάξω πίσω, περιμένω μέχρι να μην ακούω τους ψίθυρους και τα βήματά τους άλλο. Τώρα το κορίτσι χασκογελά και πάλι αλλά ακούγεται αρκετά μακριά. Με μια μονοκόμματη κίνηση κοιτάζω πίσω. Δεν υπάρχει κανείς, μόνο δύο κακοφωτισμένες φιγούρες στο βάθος, που ερωτεύονται. Κανείς δεν με κυνηγά και μένω ακίνητος.
Η γάτα με την μαύρη ουρά, μου αποσπά την προσοχή και κοιτάζω τον κάδο. Προσπαθεί να σκίσει μια νάυλον σακούλα. Η άλλη γάτα, καφέ. Σκέφτομαι πως είναι η πρώτη καφέ γάτα που βλέπω στο γκάζι μετά από 19 μήνες και αυτό, θα μπορούσε να είναι ακόμα και είδηση. Όσο η φιλενάδα της διαλύει σακούλες, εκείνη στέκεται ακίνητη και με κοιτά στα μάτια. Όσο της μιλώ, κουνά την ουρά της νευρικά. Νοιώθω αμήχανα. Γυρίζω και κοιτάζω πίσω, δεν με παρακολουθεί κανείς.
Μόνο η καφέ γάτα στον κάδο. Μα αυτό δεν είναι αρκετό για να λειτουργήσει. Το βλέμμα της μόνο αλλόκοτο είναι, τίποτε περισσότερο. Δεν με σπρώχνει μπροστά, να κάνω ένα βήμα, να ξεκινήσω να περπατώ, να φύγω μακριά από το εδώ. Να πάω επιτέλους κάπου, παραπέρα, πιο μακριά, εκεί που δεν ξέρω πως είναι. Δεν με διώχνει αυτό το βλέμμα της γάτας. Δεν μπορεί να με σπρώξει. Δεν κρύβει λέξεις που αποδεικνύουν ενοχές, ανομολόγητες προτάσεις γεμάτες σφάλματα, φράσεις που χάνονται σε ανεξερεύνητα πάθη, παραγράφους με όρκους στον εαυτό μου, από τους οποίους να θέλω να ξεφύγω. Είναι απλώς παράξενο, επειδή είναι κενά επίμονο. Κοιτάζω πίσω, με μια τελευταία ελπίδα να με απειλεί ο κυνηγός μου. Μα δεν είναι κανείς.
Τώρα πια τι; Άραγε, αυτό να είναι ο θάνατος; Η στασιμότητα;
Κορώνα
Υποβασταζόμενος, προσπαθώ να σηκωθώ. Το δεξί μου πόδι έχει χτυπήσει. Δεν μπορώ να το πατήσω, να τρέξω, να προλάβω. Τρέχει πολύ αίμα. Η οδηγός του αυτοκινήτου, ένα νεαρό, πολύ όμορφο κορίτσι, με ρωτά αν είμαι καλά και με ρωτά ξανά και ξανά, με μια φωνή γεμάτη πανικό. Τελικά είμαι εγώ και πάλι αυτός που αντί να αρχίσει να βρίζει, προσπαθεί να ηρεμήσει τους άλλους.
Είμαι καλά, απλώς το πόδι μου πονάει, επαναλαμβάνω. Αλλά θα μου περάσει ο πόνος. Δεν θα επιτρέψω να τον θυμάμαι για μια ζωή, αυτό είναι σίγουρο. Θα έρθει η μέρα που θα τα ξεχάσω όλα, σαν να μην συνέβησαν ποτέ ή σαν να μην είχαν τελικά τόσο μεγάλη σημασία. Με αυτήν μου την σκέψη στο μυαλό, μπορώ σχεδόν να νοιώσω ότι δεν πονάω τώρα. Σχεδόν. Όχι, ευχαριστώ, για πολλοστή φορά λέω πως δεν θέλω να με δει γιατρός διότι δεν τον χρειάζομαι και ναι - φταις, αλλά ήδη έχεις βουρκώσει και να σε στεναχωρήσω άλλο – δεν βρίσκω ποιό το νόημα. Πρέπει να ασχοληθώ με το δικό μου τραύμα.
Ξεκινώ μια προσπάθεια να φτάσω στο πεζοδρόμιο. Δίπλα στο κορίτσι είναι ένας εκνευριστικά αδιάφορος νέος που τον λένε πράσινα μάτια - πότε βρέθηκε αυτός εδώ και από ποιο σύμπαν, δεν γνωρίζω και δεν με ενδιαφέρει. Το μόνο που με στεναχωρεί είναι πως με κοιτάζουν άβουλα μαζί χωρίς να με βοηθούν, ενώ εγώ βασανίζομαι να περπατήσω, αφήνοντας μια γραμμή από αίμα πίσω μου στην άσφαλτο.
Είναι φανερό πως δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Το δεξί μου πόδι με καθυστερεί. Τρέχει αίμα και πονά, όσο και αν θέλω να μην το δέχομαι. Δεν μπορώ καν να το σηκώσω, είμαι αναγκασμένος να το σέρνω πίσω μου, να μοιάζω κακόμοιρος, να αποζητώ άθελά μου τον οίκτο. Και το κυριότερο, να είμαι εξαιρετικά αργός.
Φτάνω επιτέλους στο πεζοδρόμιο. Αγχώνομαι, πρέπει να τρέξω, να προλάβω. Αλλά το πόδι δεν πρόκειται να μου το επιτρέψει, είμαι πλέον εντελώς σίγουρος γι’ αυτό. Δεν έχω λοιπόν παρά μονάχα μία επιλογή. Πιάνω με τα δύο μου χέρια το πόδι περίπου στο γόνατο, σφίγγω τα δόντια και το τραβώ με όση δύναμη έχω, ώσπου αποκολλείται από το σώμα μου. Το πετάω στην άσφαλτο μπροστά. Ένα κρεσέντο βωβού πόνου για μένα που κορυφώνεται και εξαφανίζεται, ένα ουρλιαχτό στον αέρα για το κορίτσι, που για ακόμα λίγο συνεχίζει να μου τρυπά τα αυτιά. Ο πράσινα μάτια δεν είδε τίποτε, κοιτούσε αλλού. Τώρα χαζοκοιτά το κομμένο μου πόδι, και δακρύζει χωρίς να γνωρίζει γιατί.
Σπρώχνοντας την πλάτη στον τοίχο πίσω μου, στάθηκα πάλι όρθιος, αυτή την φορά και για πρώτη, στο αριστερό μου πόδι μόνο. Κοιτάζω κάτω, το άλλο μου πόδι παρατημένο, αιμορραγεί και μοιάζει να πονά ακόμα. Εγώ όμως όχι. Καμία απολύτως ενόχληση. Χοροπηδώ μερικές φορές για να ζυγίσω το σώμα μου στη νέα αυτή κατάσταση. Αποφασίζω οτι μπορώ.
Χαμογελώ επιτέλους ξανά και αρχίζω να προχωρώ, χοροπηδώντας. Ίσως είναι μια από τις πλέον γελοίες σκηνές αποχώρησης από τον τόπο ενός ατυχήματος, όμως είναι αλήθεια πως είμαι αναγκασμένος να φύγω με αυτόν τον τρόπο.
Κοιτάζω μπροστά, οι δρόμοι δεν είναι ιδιαίτερα φωτισμένοι, αλλά δεν διακρίνω κανέναν και συνεχίζω να χοροπηδώ. Πίσω μου, δεν κοιτώ ποτέ. Φτάνω σε μια διασταύρωση με ένα σκοτεινό στενό και το χοροπηδητό μου τρομάζει μια γάτα με μαύρη ουρά που ανακατεύει σακούλες σκουπιδιών.
Δίπλα στον κάδο, βρίσκεται κάποιος ακίνητος. Τον παρατηρώ. Είναι πράγματι, εντελώς ακίνητος, έχει μαρμαρώσει. Γυρίζει απότομα και με κοιτά. Τον αναγνωρίζω: αυτός είναι, τον βρήκα επιτέλους. Είχε κρυφτεί στο στενό. Σκέφτομαι πως τώρα πια, με το ένα μου πόδι να λείπει, μοιάζω ακόμα πιο τρομακτικός και γελάω με σαρκασμό για το ωφέλιμο του ατυχήματος.
Παίρνω μια ανάσα και ξεκινώ να χοροπηδώ κυνηγώντας τον. Εκείνος, όπως τόσο χρόνο τώρα, φεύγει τρομαγμένος μακριά μου, οδηγώντας και τους δύο στο κοινό μας άγνωστο.
23/2/2009
Λευτεριά στους έγκλειστους
O Άρμο, ο μεγαλύτερος σε ηλικία αλλά και σε διάπλαση, ήταν υπεύθυνος για την φύλαξη της μοναδικής πόρτας σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα, παρ’ όλο που κανείς δεν επρόκειτο ποτέ να έρθει.
Εγώ, είχα την ηλίθια ευθύνη να φροντίζω να μένει αναμένο το φαναράκι, αδιάφορο αν και οι τέσσερις είμασταν τυφλοί. Και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να ελέγχω την θερμοκρασία με τα δάχτυλά μου και να υποθέτω πως είναι αναμμένο.
Ο Σίμο παραφιλούσε με το αυτί κολλημένο στον τοίχο και σημείωνε τις ημέρες και τις νύχτες βασιζόμενος σε έναν κόκκορα που ακουγόταν από μακριά. Έτσι κρατούσαμε τον χρόνο, αν και δεν μπορούσαμε να είμαστε σίγουροι διότι τα κοκκόρια λαλούν περισσότερες από μία φορές κάθε μέρα.
Ο Μόρι ήταν ο επικεφαλής, δεν ξέρω πως, μάλλον από πάντα. Η δική του ευθύνη ήταν να ελέγχει εμάς, αν στεκόμασταν στο ύψος των δικών μας ευθυνών. Ήταν επίσης αυτός που έπαιρνε τις αποφάσεις όταν συνέβαιναν έκτακτα περιστατικά.
Ένα τέτοιο αναπάντεχο γεγονός ήταν ο θάνατος του Σίμο. Μετά από έναν νυχτερινό ύπνο, φωνάζαμε και οι τρείς το όνομά του αλλά δεν απαντούσε. Ο Άρμο φυσικά δεν μπορούσε να αφήσει το καίριο πόστο του, την μόνη πόρτα στο δωμάτιο. Από την άλλη, ο Μόρι αρνούντο την οποιαδήποτε μετακίνηση διότι θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια του επικεφαλούς της ομάδος κι έτσι έμελλε εγώ να είμαι αυτός που έψαχνα στα τυφλά, με τα χέρια απλωμένα να τον βρω. Το δωμάτιο που έχουμε κλειστεί δεν είναι και τόσο μεγάλο και έτσι σύντομα τα χέρια μου συνάντησαν το άψυχο σώμα του. Τον κούνησα και έπειτα ακούμπησα τα χείλη του με τα δάχτυλά μου. Σχεδόν κάηκα. Αλλά ήμουν σίγουρος πως ήταν νεκρός.
Το πρόβλημα που προέκυψε ήταν μεγάλο, διότι πλέον δεν θα μπορούσαμε να μετρήσουμε τον χρόνο που κυλούσε. Ο Μόρι με διέταξε να ελέγχω το φαναράκι όλο το 24ωρο καθώς πλέον δεν γνωρίζαμε πότε ήταν μέρα και πότε νύχτα. Ο Άρμο πρότεινε να αλλάξει πόστο, θεωρώντας πως η μέτρηση του χρόνου ήταν υψίστης σημασίας, μια που αποτελούσε την αντίστροφη μέτρηση προς την ελευθερία μας. Στο άκουσμα και μόνο αυτής της ιδέας, ο Μόρι ούρλιαξε δυνατά πως ήταν καλύτερα να μέναμε για πάντα εκεί, παρά να επιτρέπαμε σε κάποιον μολυσμένο να μπει στην κρυψώνα μας. Έτσι, 36 κατά προσέγγιση χρόνια μετά τον εκούσιο εγκλεισμό μας εδώ, σταματήσαμε να μετράμε το χρόνο. Η απογοήτευση που νοιώθαμε τόσο εγώ όσο και ο Άρμο ήταν μεγάλη, είχα μάθει να τον καταλαβαίνω από την ανάσα του. Άλλωστε ο Μόρι απαγόρευε τις περιττές συζητήσεις, προς αποφυγή διαφωνιών με τις αποφάσεις του. Ζούσαμε στα τυφλά και σχεδόν σε πλήρη σιωπή.
Υποθέτω πως θα είχαν κυλήσει μερικές εβδομάδες με τα νέα αυτά δεδομένα και κάθε στιγμή είχε ακριβώς την ίδια γεύση όπως και όλες οι επόμενες. Και ενώ σκεφτόμουν όσα είχαν συμβεί εν μέσω μιας άπειρης σιωπής, ένοιωσα την ανάσα του Άρμο δίπλα μου. Ταράχτηκα. Άπλωσα ελαφρά το χέρι και τον ακούμπησα. Ήταν αλήθεια. Ο Άρμο είχε παρατήσει το πόστο του και ο Μόρι δεν το ήξερε. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ, να περιορίσω τον ενθουσιασμό μου. Εντελώς μηχανικά, έκανα κίνηση να ελέγξω το φαναράκι μπροστά μου. Ο Άρμο άρπαξε το χέρι μου ακινητοποιώντας το και το έσφιξε δυνατά. Η θέση του είχε εξεφραστεί με σαφήνεια. Ο Μόρι δεν έπρεπε να μας αντιληφθεί.
Έτσι και έγινε. Καταλάβαινα από την ανάσα του Άρμο ότι ένοιωθε πλέον ευτυχισμένος. Και κύλησε πάλι ο καιρός και κανείς δεν ήταν πλέον στο πόστο του, αλλά δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα όσο ο Μόρι δεν το ήξερε.
Και ήρθε αυτή η στιγμή, που απορεί κανείς πως άργησε τόσο. Είπα μέσα μου πως ότι ήταν να γίνει, ας γίνει να το ζήσω. Έπιασα τον Άρμο από το χέρι και τον πήρα μαζί μου ως την πόρτα. Τράβηξα με δύναμη τον σύρτη κι ο ήχος πανικόβαλλε τον Μόρι.
«Τι συμβαίνει; Ποιος είναι στην πόρτα;» ούρλιαξε.
«Βρε αει στο διάολο» του απάντησα και την άνοιξα. Το δωμάτιο λούστηκε με φως μόνο που το ένοιωσα σαν έκρηξη. «Δεν είμαστε τελικά τυφλοί!» ούρλιαξε ο Άρμο. «Δεν είμαστε!»
Τα μάτια μας έκαιγαν από το δυνατό φως και το μόνο που έβλεπα ήταν λευκό παντού. Στιγμές μετά άρχισα να δακρύζω. Άκουσα τον Άρμο να λέει «καίγομαι» και ο Μόρι πίσω μας ούρλιαζε από τους πόνους - ενώ εγώ απλώς δάκρυζα, ο πόνος που ένοιωθα δεν ήταν τόσο δυνατός ώστε να με κάνει να φωνάξω. Και σιγά σιγά, το φως υποχωρούσε και έβλεπα όλο και πιο καθαρά. Γύρισα στα αριστερά μου και είδα τον Άρμο καμμένο. Δεν τόλμησα να κοιτάξω πίσω. Ο Μόρι είχε σταματήσει τις φωνές, υποθέτω για τον ίδιο ακριβώς λόγο.
Έξω από το δωμάτιο ήταν έρημος. Στην πραγματικότητα, το δωμάτιο έμοιαζε να είναι ένα τσιμεντένιο κουτί στη μέση μιας αχανούς ερήμου. Μπροστά μου υπήρχε ένα μικρό τραπέζι και πάνω σ’ αυτό ένας κόκκορας όρθιος, δεμένος από τα πόδια στο τραπέζι. Φορούσε ένα σκουφί με μια προπέλα μπροστά στα μάτια του: μια έβλεπε το φως, μια δεν το έβλεπε, ανάλογα με το πως τίναζε το κεφάλι του. Απόρησα. Και επειδή δεν υπήρχε τίποτα στον ορίζοντα να κοιτάξω, σήκωσα το βλέμμα μου στον ουρανό. Δεν έβλεπα τον ήλιο πουθενά, δεν υπήρχαν σύννεφα αλλά το αίσθημα ήταν πως είναι μια ηλιόλουστη μέρα. Άρχισα λοιπόν να περπατώ σε ευθεία προς μια τυχαία κατεύθυνση.
Περπατούσα για πάρα πολύ, αλλά δεν νύχτωνε ποτέ. Συνεχώς ήταν ακριβώς όπως και όταν πρωτοβγήκα από το τσιμεντένιο κλουβί. Οι μέρες δεν έμοιαζαν να κυλούν αλλά ήμουν σίγουρος πως περπατούσα πολλές εβδομάδες τώρα, αλλά όσο δεν υπήρχε ο κόκκορας, δεν υπήρχε και έννοια χρονικής μετάβασης.
Ώσπου είδα μακριά μπροστά μου κάτι να ξεπροβάλλει στο τίποτα. Ήταν πολύ μακριά και δεν φαινόταν το σχήμα του, όμως ήταν σίγουρα κάτι. Χαμογέλασα, ίσως για πρώτη φορά εδώ και τόσα χρόνια και άρχισα να τρέχω. Όσο πλησίαζα, τόσο ξεκαθάριζε. Ώσπου κατάλαβα τι ήταν και σταμάτησα, γονατίζοντας στην άμμο.
Μπροστά μου ήταν το τσιμεντένιο δωμάτιο.
Κατέβασα το κεφάλι. Κατάλαβα εκείνο το δευτερόλεπτο πως δεν έχει καμία σημασία να περνούν οι μέρες, αν δεν φροντίζω σε κάθε μία από αυτές να κάνω και κάτι διαφορετικό.
Και πέθανα εκεί, την ίδια κιόλας ημέρα, μη έχοντας τι άλλο να κάνω.
Μηνάς Ν. Μηλιαράς
Στο χώμα
Το πιστόλι εκπυρσοκρότησε και η σφαίρα έφυγε με τόσο μεγάλη ταχύτητα που ο αέρας έκανε χώρο για να περάσει. Στην όψη της έβλεπες ξεκάθαρα το μίσος να τη διακρίνει.
Αυτό ίσως ήταν πού έκανε ακόμα και τον αέρα να φοβηθεί και να τραβηχτεί για να μην γίνει αποδέκτης του μίσους. Τίποτε δεν μπορούσε πλέον να τη σταματήσει.
Πλησίαζε όλο και περισσότερο στο στόχο της, που μάλλον δεν περίμενε επισκέψεις τέτοιου είδους. Η σφαίρα προσπάθησε να μπει όσο πιο βαθιά γίνεται και όταν σταμάτησε εντελώς η πορεία της, άνοιξε τα μάτια.
-«Βρε καλώς τηηην!» είπε το ραπανάκι που ήταν λίγα εκατοστά πιο πέρα.
-«Α304751 κι εσύ εδώ;» είπε μια άλλη σφαίρα που ήταν πιο δίπλα
-«Όχι ρε γαμώτο, στο χώμα βρήκε να με στείλει;» είπε η σφαίρα και η απογοήτευση είχε πάρει τη θέση του μίσους στην όψη της.
-«Γιατί; Μια χαρά είναι εδώ. Θα κάνουμε παρείτσα, θα κουτσομπολεύουμε, θα περάσουμε καλά. Εδώ ρε στο χώμα, ούτως η άλλως εδώ θα έρθουν όλοι! Χοχοχοχοχο!» είπε το ραπανάκι γελώντας καθώς ξεσκονιζόταν από το χώμα που του είχε πετάξει η σφαίρα.
-«Α304751 μη στεναχωριέσαι. Καλύτερα εδώ, παρά να εξοστρακιζόμαστε δεξιά και αριστερά λες και είμαστε ανεπιθύμητες»
-«Ρε Ε681794 εγώ είχα όνειρα για μένα. Ήθελα μια μέρα να γίνω σημαντική. Ήθελα όλος ο κόσμος να μιλάει για μένα.»
-«Α το ψώνιο!» είπε το ραπανάκι που άρχιζε να διασκεδάζει με τη παρέα που απέκτησε.
Το χώμα ατάραχο δεν συμμετείχε στη συζήτηση. Είχε ανοίξει την αγκαλιά του για να υποδεχτεί ότι ερχόταν σε αυτό και προσπαθούσε να προσφέρει ότι καλύτερο μπορούσε. Ο σκοπός του ηταν αυτός. Οχι οι συζητήσεις. Ήταν συνηθισμένο σε πολλές επισκέψεις και τίποτε πλέον δεν μπορούσε να το κάνει να παρεκκλίνει από το σκοπό του. Η συγκεκριμένη περιοχή ήταν ένα χωράφι που το καλλιεργούσε ο μπάρμπα Μανώλης. Ένας συμπαθητικός γεράκος που για πολλά χρόνια είχε μια σχέση αγάπης με το χώμα - τη γη του - που και αυτό με τη σειρά του για να ανταποδώσει την αγάπη φρόντιζε και έδινε ζωή σε ότι του φύτευε.
Ο μπάρμπα Μανώλης πολλές φορές αντιμετώπιζε προβλήματα με τις καλλιέργειες μιας και λίγο πιο πέρα από το χωράφι του ήταν ένα πεδίο βολής και αρκετά βλήματα και σφαίρες πετυχαίνανε αυτά που είχε φυτέψει αντί για το στόχο.
-«Αντί να είμαι σε κανένα κεφάλι, αντί να διαλύσω κανένα αντικείμενο, αντί να είμαι πρώτο θέμα στις ειδήσεις, κάθομαι εδώ, άγνωστη μεταξύ αγνώστων.» είπε η σφαίρα εμφανώς εκνευρισμένη.
-«Εγώ πάντως είμαι ένα άγνωστο αλλά τίμιο ραπανάκι!»
-«Έχει δίκιο η Α304751. Αμα δεν προσφέρεις έντονες συγκινήσεις δεν λέει»
-«Που να ξέρει το ραπανάκι ρε Ε681794»
Τα βήματα του μπάρμπα Μανώλη διέκοψαν τη κουβέντα. Ήταν ο προγραμματισμένος έλεγχος στο χωράφι μιας και ήταν καιρός συγκομιδής και το ραπανάκι κοίταξε προς τα πάνω. Το βλέμμα του κατευθύνθηκε ξανά προς τις σφαίρες.
-«Πω πω..τι κομπλεξικές που είστε! Δεν σας αντέχω. Εδώ να μείνετε να σκουριάσετε! -
- Μπάρμπα Μανώλη έλα πάρε με. Έτοιμο είμαι. Πάρε με γιατί δεν τις αντέχω αυτές εδώ!»
Το χέρι του μπάρμπα Μανώλη χώθηκε βαθιά στο χώμα και με πολύ προσοχή τράβηξε το ραπανάκι προς τα πάνω. Οι σφαίρες κοίταξαν με παράπονο το χέρι του που ενδιαφερόταν για το ραπανάκι και όχι γι’ αυτές.
-«Χουιιιιιιιι! Είναι σουπερ εδώ!» ακούστηκε το ραπανάκι να φωνάζει αιωρούμενο στο χέρι του μπάρμπα Μανώλη.
-«Για μας θα ενδιαφερθεί ποτέ κανένας;»
-«Α304751 το πιο πιθανό είναι πως όχι. Ότι ήταν να κάνουμε το κάναμε»
-«Έτσι άδοξα ρε γαμώτο; Στο χώμα; Εσύ αυτό ήθελες Ε681794;»
-«Όχι. Είχα και γω όνειρα για μένα. Πίστεψε με. Αλλά καλύτερα έτσι παρά χειρότερα»
-«Πόσο χειρότερα; Υπάρχει χειρότερο από αυτό;»
Ένα απότομο φρενάρισμα τράβηξε τη προσοχή στη γαληνεμένη φύση. Ένα στρατιωτικό τζιπ, από αυτά που ανεβαίνουν συχνά στο πεδίο βολής, σταμάτησε και πετάχτηκε ένας φαντάρος τρέχοντας προς τα χωράφια. Οι σφαίρες νιώθανε να πλησιάζει προς αυτές.
-«Ε681794 λες να έρχεται για μας;»
-«Α304751 δεν αισθάνομαι τόσο τυχερή»
Τα ποδοβολητά του φαντάρου σταμάτησαν ακριβώς από πάνω τους και με τα χέρια του άνοιξε ένα λάκκο που σχεδόν είδαν τον ουρανό.
-«Επιτέλους! Αναγνωρίστηκε η αξία μου! Ήρθαν να με πάρουν» ειπε η Α304751 με την Ε681794 δίπλα της να δείχνει να μην το πιστεύει
-«Έλα φαντάρε εδώ είμαι. Σήκωσε με. Δεν θέλω να μείνω στιγμή στο χώμα. Εεεεεπ! Μη γυρνάς! Τι; Γιατί κατεβάζεις το παντελόνι; Ρε αυτός… αυτός μας φέρνει τον κώλο του! Ρε! Δεν το πιστεύω… Όχι ρεεεεεε!..»
Μια τεράστια κουράδα κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος τους. Ήταν αμείλικτη. Με αργές κινήσεις περικύκλωσε τα θύματα της, μια τακτική που θύμιζε φίδι και σιγά σιγά προσπαθούσε να τα εγκλωβίσει. Ένα βασανιστήριο αρκετά οδυνηρό αλλά απολύτως αποτελεσματικό αφού έκανε τη σφαίρα να μείνει αιώνια σιωπηλή. Εκεί στο χώμα…
Thouluaga
thoulouaga@gmail.com
MΕΡΑΝΥΧΤΑΗ νύχτα άναψε το φεγγάρι και με γρήγορες αλλά επιδέξιες κινήσεις άπλωσε το πέπλο της. Το σκοτάδι κάλυψε κάθε γωνιά του δρόμου και ένα περίεργο συναίσθημα έχει καταβάλει τους ανθρώπους. Ένα ψυχοπλάκωμα με τη συνοδεία ταχυπαλμίας και ρίγη ανατριχίλας ανά τακτά χρονικά διαστήματα τους έχει κυριεύσει. Σαν κάτι να έχει τσαντίσει τη νύχτα και να έβγαλε τον θυμό της στους ανθρώπους, που έχουν κλειστεί στα σπίτια τους αφού ο φόβος κυκλοφορούσε ανεξέλεγκτος στον αέρα. Κάποια χαχανητά από τη παραλία έσκιζαν τον ιστό της σιωπής που είχε πλέξει η νύχτα και έδιναν μια ευχάριστη νότα στη μονοτονία της.
Ήταν μια παρέα από τρία αγόρια και δυο κορίτσια. Κάθονταν γύρω από τη φωτιά με μπουκάλια αλκοόλ παραμάσχαλα και συζητούσαν με διάθεση ανέμελη.-«Μα γιατί βρε Αγγελικούλα δεν θες να κάνουμε σεξ στη παραλία;»-«Γιατί φοβάμαι ότι θα βγει κανένας αστακός και θα μου δαγκώσει τις σάλπιγγες! Ασε με ρε Γιώργο»-«Χαχαχαχαχαχαχαχαχα!»-«Άσε που μπορεί να πεταχτεί και κανένας λούτσος από το πουθενά να σε βιάσει!»-«Χαχαχαχαχαχαχαχαχα!»-«Γιωργάκη πάλι χυλόπιτα!»-«Κώστα! Γράψε μια χυλόπιτα στον κύριο!»-«Είμαι κομμάτια… Αγγελική έχεις στυλό;»-«Και να είχα, θα τον έβλεπες?»-«Χαχαχαχαχαχαχα!»-«Πάντως κάτι έχει η σημερινή νύχτα….»-«Πω πω είμαι κομμάτια Αμαλία που σπουδάζει ιατρική να μας πει τι έχει η νύχτα»-«Τς τς τς! Εξυπνάδες …»
Όλα ξεκίνησαν γύρω στις έντεκα. Η μέρα με πολύ ανεβασμένη διάθεση σουλούπωνε το πρωινό σαν μαθητούδι που προετοιμάζεται για το πηγαιμό. Μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας βγήκε από το πρωινό αφού πέρναγε τόσο ωραία με τη μέρα και τώρα χρειαζόταν να φύγει. Ένα χάδι της όμως, σαν τρυφερή μητέρα, έφτανε για να μεταμορφώσει τη δυσαρέσκεια σε χαρά. Η πόρτα έκλεισε και η μέρα ξεκίνησε χαρωπή να κάνει τις ετοιμασίες να υποδεχτεί το μεσημέρι. Βάζει περισσότερο φως, καθαρίζει, ταχτοποιεί την εμφάνιση της και το μεσημέρι έφτασε!
-«Μου είπε η νύχτα να σου πω ότι θα έρθει πιο νωρίς σήμερα γιατί χθες έφυγες πιο αργά.»-«Μπααα! Και γιατί έβαλε εσένα να μου το πεις και δεν μου το είπε η ίδια?»-«Ήθελε να φτιάξει το μαλλί και να πλέξει το πέπλο της και δεν προλάβαινε»-«Σκατά στα μούτρα της!»
Αυτό ήταν μια καλή αφορμή για να ζωγραφίσει μια ζοχάδα στην έκφραση της μέρας η οποία έσβηνε κομμάτι κομμάτι τη χαρά της. Τα νεύρα κυριαρχούσαν στην ατμόσφαιρα και το ένα πράγμα έφερε το άλλο. Το μεσημέρι δεν έβλεπε την ώρα για να φύγει και άρχισε να γκρινιάζει, η γκρίνια με τα νεύρα έγιναν σύμμαχοι και το απόγευμα να φωνάζει απ έξω…
«Ανοίχτε ρεεεε!»
Η μέρα μες τον πανικό, τα νεύρα και τη γκρίνια, φιλά βιαστικά στο μάγουλο το μεσημέρι και το πετά από την άλλη πόρτα. Ήταν σίγουρη ότι σαβουριάστηκε άσχημα, αλλά δεν την ένοιαζε και πολύ γιατί η γκρίνια του ήταν ανυπόφορη. Με βιαστικές και γεμάτες νεύρο κινήσεις υποδέχτηκε το απόγευμα με τη χαρά να έχει σχεδόν εξαφανιστεί από πάνω της.
-«Άντε μια ώρα φωνάζω!» είπε το απόγευμα μπαίνοντας με στυλ ψευτόμαγκα, κρατώντας ένα μισοτελειωμένο τσιγάρο.-«Έλα πολλά λες. Τι είναι αυτό που κρατάς; Πάλι αλητείες έκανες;» είπε η μέρα και σχεδόν το έσπρωξε να το βάλει μέσα.-«Νευράκια; Νευράκια;»-«Ναι! Λογαριασμό θα σου δώσω;»-«Πάλι με τη νύχτα τα χεις; Και αυτή μπουρινιασμένη ήταν μαζί σου. Μάλιστα έπινε κάτι σφηνάκια για να στα πει – λέει - σταράτα. Πω πω γουστάρω! Θα γίνει χαμός!» είπε το απόγευμα και η μέρα πάλι φόρτωσε.-«Ας έρθει και τα λέμε! Θα τα ακούσει και απ’ τη καλή και απ’ την ανάποδη!»
Φαινόταν ολοκάθαρα ότι τα είχε πάρει άσχημα και οι αφροί που έβγαιναν από τα αυτιά της το επιβεβαίωναν με το παραπάνω. Ήθελε να πει πολλές βαριές κουβέντες, να ξεστομίσει λόγια που θα πόναγαν αλλά δεν το έκανε. Η ανατροφή της δεν το επέτρεπε αν και είχε φτάσει σε ένα σημείο οριακό. Μήπως ήταν η ώρα να πάει να γαμηθεί η ανατροφή της;
Φωνές διέκοψαν τον ειρμό των σκέψεων της και το απόγευμα φώναξε:-«Ε ρε γλέντια που θα 'χουμε!»Η νύχτα σε κατάσταση ημιμέθης, με την αποφασιστικότητα να τη διακρίνει ερχόταν να πάρει τη θέση της φωνάζοντας:-«Ήρθα! Είμαι εδώ! Ώρα να ξεκαθαρίσουμε! Μη κρύβεσαι!»Η αλήθεια είναι ότι και η νύχτα ήταν τόσο εκνευρισμένη όσο η μέρα. Όσο περισσότερο πλησίαζε τόσο πιο καθαρά διέκρινε κανείς - και σε αυτή - τους αφρούς στα αυτιά της και το απόγευμα να σκάει στα γέλια από την εμφάνιση που είχαν και οι δυο.-«Χαχαχαχαχα! Ελπίζω να δούμε και κανένα μπουνίδι!» είπε και πηρέ θέση να απολαύσει το θέαμα.Η μέρα παρ ότι δεν είχε προτάξει κάποιο χέρι, δεν κράδαινε κάποιο αντικείμενο, όμως έδειχνε έτοιμη για σκληρή μάχη, ενώ η νύχτα με πολύ θόρυβο έκανε δυναμική είσοδο και με την αποφασιστικότητα της να είναι στο μάξιμουμ φωνάζει-«Ήρθα!»-«Φεύγω!» είπε η μέρα, αρπάζει με γρήγορες κινήσεις το απόγευμα από το χέρι και αρχίζει να απομακρύνεται σχεδόν τρέχοντας.
Πριν προλάβει να αντιδράσει, η μέρα είχε εξαφανιστεί και εκατομμύρια ερωτηματικά απλώθηκαν στο χώρο. Σίγουρα η νύχτα πιάστηκε απροετοίμαστη αφού στεκόταν για αρκετή ώρα ακίνητη προσπαθώντας να δώσει μια εξήγηση για κάθε ερωτηματικό. Γιατί δεν έκατσε η μέρα να την αντιμετωπίσει; Γιατί δεν είπε κάτι; Γιατί έκανε αυτό που δεν περίμενε; Με το σφουγγάρι του μυαλού της έσβηνε ένα ένα τα ερωτηματικά, όμως ήταν τόσα πολλά που προκαλούσαν εκνευρισμό στην νύχτα και μέσα σε όλη τη μανούρα είχε και εκείνα τα χαχανητά της παραλίας που την ενοχλούσαν!
Με τα νεύρα τσατάλια τινάζει ξανά το πέπλο της με περισσότερη δύναμη αυτή τη φορά και τους στέλνει όλους από εκεί που ήρθαν.
Τώρα με περισσότερη ησυχία αλλά και λιγότερο χρόνο συνεχίζει το σβήσιμο των ερωτηματικών με την ίδια ένταση αν και ξέρει ότι δεν θα προλάβει να τα σβήσει όλα γιατί θα πρέπει να φύγει…
thouluaga@gmail.com
Home
Sitemap
Επικοινωνία
Υποστήριξη
Οροι χρήσης
Εργασία
Διαφημιστείτε
Πρoσθήκη Web Site
Copyright 1995 - 2005. FoxReady internet services. All rights reserved.